Σε τροχιά σύγκρουσης, με την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Ανάπτυξης και Υποδομών μπαίνει ο Σύνδεσμος των Τεχνικών Εταιρειών Ανώτατης Τάξης (ΣΤΕΑΤ), στέλνοντας επιστολή με αιχμές στον υπουργό Κωστή Χατζηδάκη και τον αναπληρωτή υπουργό Σταύρο Καλογιάννη, για τα έργα αυτοκινητοδρόμων, που «εξακολουθούν να είναι βαλτωμένα». Οι εργολάβοι διαφοροποίησαν την εν γένει θετική στάση τους απέναντι στο υπουργείο καθώς οι έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν από την Επιτροπή Ανταγωνισμού μάλλον ενόχλησαν τη ΣΤΕΑΤ.
Όπως αναφέρει σε εκτενές ρεπορτάζ της η «Ελευθεροτυπία», η αιφνίδια όμως μεταστροφή του ΣΤΕΑΤ, να περάσει από τις παραδοσιακές καλές σχέσεις συνεργασίας με την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Ανάπτυξης και Υποδομών σε, προσεκτική μεν, καταγγελτική δε, αλληλογραφία θεωρείται μήνυμα αντίδρασης και δυσαρέσκειας για τους ελέγχους της Επιτροπής Ανταγωνισμού στα γραφεία τόσο του συνδέσμου τους όσο και των μεγάλων τεχνικών εταιρειών (Ακτωρ, J&Ρ Αβαξ, ΓΕΚ Τέρνα, Ιντρακάτ, Μοχλό κ.ά.), προς διερεύνηση καταγγελιών για στημένες εργολαβίες και εναρμονισμένες πρακτικές στην ανάθεση των έργων. 

Σύμφωνα με την εφημερίδα, αναφέρεται ότι τις τελευταίες εβδομάδες, καθώς ο έλεγχος και η διασταύρωση των στοιχείων που συγκέντρωσε η Επιτροπής Ανταγωνισμού προχωράει σιωπηρά, ενώ παράλληλα γίνεται γνωστό από έγκυρες πηγές ότι οι καταγγελίες για στημένους διαγωνισμούς σε ελληνικά έργα θα απασχολήσουν και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανταγωνισμού, εντείνεται η ανησυχία αλλά και η δυσαρέσκεια των μεγάλων Ελλήνων εργολάβων προς την κυβέρνηση και το υπουργείο Ανάπτυξης.

Θεωρούν ότι δεν τους παρέχεται η αναμενόμενη από αυτούς πολιτική κάλυψη. Μάλιστα δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στο εθνικό στοιχείο, τονίζοντας χαρακτηριστικά στην επίμαχη επιστολή του ΣΤΕΑΤ προς το υπουργείο Ανάπτυξης και Υποδομών ότι «το μεγαλύτερο μέρος του εναπομείναντος ελληνικού κατασκευαστικού δυναμικού βρίσκεται σε δεινή ώς και απελπιστική οικονομική κατάσταση, απειλείται δε ο κλάδος με πλήρη διάλυση και υποκατάστασή του από αλλοδαπές επιχειρήσεις, εάν συνεχίσουν να καθυστερούν οι δημοπρατήσεις και συμβασιοποιήσεις».

Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι οι μεγάλοι εργολάβοι, ειδικά στους Κ. Χατζηδάκη και Σ. Καλογιάννη, «καταλογίζουν» ότι είναι πιθανόν να γνώριζαν και παρ' ότι λίγα εικοσιτετράωρα πριν εκπρόσωποί τους συζητούσαν μαζί τους για τρέχοντα θέματα, δεν τους προειδοποίησαν σχετικά με την αιφνιδιαστική έφοδο που έκανε στις 13 Φεβρουαρίου το κλιμάκιο της Επιτροπής Ανταγωνισμού κάνοντας φύλλο και φτερό τα γραφεία του συνδέσμου και των εταιρειών τους, συγκεντρώνοντας συμβατικό και ηλεκτρονικό υλικό, το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές εξελίξεις.

Στην επιστολή του συνδέσμου (με ημερομηνία 28/2/2013 αριθμός πρωτοκόλλου 3.171) προς τους Κωστή Χατζηδάκη και Σταύρο Καλογιάννη, την οποία υπογράφουν από τον ΣΤΕΑΤ ο πρόεδρος Κ. Κουβαράς και ο γενικός γραμματέας Δ. Κωνσταντινίδης, ειδικότερα αναφέρεται: - Για την πρόσφατη εξαγγελία των κ. Χατζηδάκη και Καλογιάννη, ότι προωθούνται να δημοπρατηθούν και να υπογραφούν συμβάσεις μέσα στο πρώτο τετράμηνο του 2013 για συνολικά 81 έργα, συνολικού προϋπολογισμού 2,4 δισ. ευρώ, στην ανακοίνωση του ΣΤΕΑΤ αναφέρεται ότι «η επιτάχυνση των έργων θα έχει πολλαπλές θετικές επιπτώσεις. Ομως, για να υπάρξει γρήγορα αποτέλεσμα, δηλαδή για να φτάσουμε στο σημείο έναρξης του κάθε έργου, απαιτείται συνεχής παρακολούθηση και επιμέλεια εκ μέρους σας, σε κάθε στάδιο κάθε διαδικασίας. Η εξαγγελία σας είναι ιδιαίτερα θετική, αλλά ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η συνεχής ενασχόληση και συνδρομή σας μέχρι την ημέρα υπογραφής της κάθε σύμβασης. Ας μην ξεχνάμε ότι η πραγματικότητα πολλές φορές μπορεί να ανατρέψει τους σχεδιασμούς και τις στοχεύσεις. 

Πολλώ μάλλον όταν η πραγματικότητα αυτή είναι πολυδαίδαλη και γραφειοκρατική, όπως δυστυχώς συμβαίνει στις διαδικασίες δημοπράτησης και συμβασιοποίησης των δημοσίων έργων». 

Αναφέρει η επιστολή ακόμη ότι «παρεμβάλλονται, πέραν των διαδικασιών των διακηρύξεων, επάλληλοι και αλληλοκαλυπτόμενοι έλεγχοι και κρίσεις, όπως του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Διοικητικού Εφετείου, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στην οποία καταλήγουν πολλές καταγγελίες, της Διαχειριστικής Αρχής».

Για τα μεγάλα αυτοχρηματοδοτούμενα οδικά έργα, για τα οποία η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Ανάπτυξης είχε ανακοινώσει συμφωνία Δημοσίου, κατασκευαστών και τραπεζών εντός του παρελθόντος Φεβρουαρίου και επανεκκίνηση της κατασκευής τους από τον Απρίλιο, τονίζοντας ότι τα χρονοδιαγράμματα θα τηρηθούν, στην επιστολή του ΣΤΕΑΤ αναφέρεται ότι η πιο σημαντική περίπτωση εμπλοκής σε έργα είναι «η μέχρι στιγμής μη επανέναρξη της κατασκευής των τεσσάρων αυτοχρηματοδοτούμενων αυτοκινητοδρόμων, που κατ' επανάληψη έχει αναγγελθεί αλλά επί τετραετία έχει βαλτώσει, με ό,τι τούτο συνεπάγεται».

Ο ΣΤΕΑΤ αναφερόμενος στα προβλήματα, που αντιμετωπίζουν τόσο τα δημόσια όσο και με συμβάσεις παραχώρησης έργα, αναφέρει ακόμη ότι «απαιτείται συντονισμός, πολιτική βούληση και συγχώνευση διαδικασιών, προκειμένου να μη χαθεί και άλλος πολύτιμος χρόνος και να μη χαθούν και άλλα κονδύλια. Μόνον η ταχύτατη ολοκλήρωση των συμβασιοποιήσεων και ο παραμερισμός των εμποδίων που σταματούν τα έργα θα ενισχύσει την πραγματική οικονομία με τρόπο άμεσο και αποτελεσματικό».