Στις αναπόφευκτες επιπτώσεις που έχει η ύφεση και η κρίση του δημοσιονομικού χρέους στην αγορά ακινήτων στην Ελλάδα αναφέρεται δημοσίευμα των New York Times, που κάνει λόγο για «τέλεια αγορά για υποψήφιους αγοραστές».
Η εφημερίδα επικαλείται στοιχεία ενός μεσιτικού και ενός δικηγορικού γραφείου στην Ελλάδα, τα οποία τονίζουν ότι οι τιμές των ακινήτων έχουν πέσει κατά 35-50% από το 2008.

Το δημοσίευμα τονίζει ότι την περίοδο 2002-2008 πωλούνταν περίπου 150.000 κατοικίες κάθε χρόνο, ενώ το 2011 πωλήθηκαν μόλις 11.000 κατοικίες γεγονός που σημαίνει ότι η αγορά συρρικνώθηκε κατά 95%.

«Γι' αυτό το λόγο η Ελλάδα αποτελεί την τέλεια αγορά για τους αγοραστές, καθώς μπορεί πλέον κανείς να διαπραγματευτεί τις τιμές και όσοι πληρώνουν με μετρητά είναι βασιλιάδες» γράφει χαρακτηριστικά η αμερικανική εφημερίδα.

Οι NY Times κάνουν αναφορά και στο real estate στα ελληνικά νησιά, υπογραμμίζοντας ότι και εκεί επικρατεί η ίδια κατάσταση, διευκρινίζοντας όμως ότι στα πιο δημοφιλή από αυτά, όπως είναι η Μύκονος, η Σαντορίνη και η Κρήτη, η πτώση στις τιμές δεν έχει ξεπεράσει το 20%. Αντίθετα σε νησιά όπως η Νάξος είναι δυνατόν να αγοράσει κανείς κατοικία έναντι 60.000 δολαρίων, ποσό με το οποίο δεν «αγοράζεις τιποτα στη Μύκονο» προστίθεται.

«Οι περισσότεροι ξένοι αγοραστές στην Ελλάδα προέρχονται από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης κα τη Βόρεια Αμερική, οι οποίοι έχουν κάποια σχέση με την Ελλάδα ή και ελληνική καταγωγή. Επίσης, υπάρχει ένα ενδιαφέρον Γάλλων και Γερμανοί αγοραστών για τα νησιά, ενώ η Κρήτη προσελκύει αγοραστές από τη Ρωσία και η Μύκονος από όλον τον κόσμο», αναφέρεται στο άρθρο.

Το δημοσίευμα κάνει αναφορά και στο νομοθετικό πλαίσιο αγοράς ακινήτων στην Ελλάδα επισημαίνοντας ότι «δεν υπάρχουν περιορισμοί για τους αλλοδαπούς, εκτός από λίγες επιλεγμένες περιοχές κατά μήκος των συνόρων με την Τουρκία. Για τα σπίτια που κοστίζουν περισσότερο από 104.700 δολάρια, ο αγοραστής υποχρεούται να προσλάβει δικηγόρο, ο οποίος συνήθως κοστίζει 1-1,5% της τιμής πώλησης του ακινήτου».

Ο συντάκτης του άρθρου καταλήγει, συστήνοντας στους υποψήφιους αγοραστές να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση από τις χώρες τους και όχι από την Ελλάδα, αφού «οι τράπεζες γενικά δεν δανείζουν».