Τη συγκλονιστική της ιστορία μιας 29χρονης από τη Συρία, η οποία άφησε την πατρίδα της, που κλυδωνίζεται από τον εμφύλιο τα τελευταία δύο χρόνια, και έφτασε στην Ελλάδα ως πρόσφυγας, αναζητώντας την ασφάλεια δημοσιεύει η ιστοσελίδα της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες.

Η 29χρονη Ζιχάν, μητέρα έξι παιδιών, εξιστορεί τη φυγή της από την εμπόλεμη ζώνη, την Ελλάδα που δεν βρήκε τελικά, όπως περίμενε, τον αγώνα για την επιβίωση και τη ρατσιστική συμπεριφορά απέναντι στην ίδια και την οικογένειά της.

«Η μητέρα μου ήταν καθηγήτρια αγγλικών. Όμως εγώ παράτησα το σχολείο μετά το γυμνάσιο για την παντρειά» διηγείται χαμογελαστή η 29χρονη Ζιχάν, χαϊδεύοντας το κεφάλι του μικρότερου από τα έξι παιδιά της – της τετράχρονης Λουλού. «Ο άντρας μου ήταν φωτορεπόρτερ και μέναμε στο Καμισλί, στα βορειοανατολικά σύνορα της Συρίας, με το Ιράκ και την Τουρκία. Είχαμε τρία μαγαζιά, χωράφια… Ζούσαμε καλά» αναπολεί.

«Ήταν Σεπτέμβρης του 2012 και τα σύνορα κοντά στην πόλη μου ήταν κλειστά» συνεχίζει. «Έτσι, έπρεπε να διανύσουμε τα 400 χλμ. μέχρι το Χαλέπι, ώστε να φύγουμε από το πέρασμα Μπαμπ Ελ Χάουα (...) Παντού είχε οδοφράγματα και μπλόκα, στα οποία έπρεπε να πληρώσουμε για να μας αφήσουν να φύγουμε. Κάποιες φορές μας πυροβολούσαν. Ήμουν μόνη με τα έξι παιδιά μου».

Από την πόλη Ρεϊχανλί, η οικογένεια βρέθηκε στη Σμύρνη. Στόχος της ήταν να περάσει απέναντι, σε μια άλλη Ελλάδα από εκείνη που γνώρισε τελικά.

«Δεν ξέραμε κανέναν εδώ, όμως οι πληροφορίες που είχαμε ήταν πως η Ελλάδα είναι καλή», εξηγεί η Ζιχάν. «Πως είναι φιλόξενη και οι άνθρωποι θα μας βοηθήσουν να βρούμε σπίτι και σχολείο για τα μικρά. Περίμενα να είναι πολύ όμορφα, πραγματική Ευρώπη. Περίμενα ότι θα λυθεί το πρόβλημα με τα χαρτιά από την πρώτη μέρα κι ότι θα αλλάξει η ζωή μου. Ότι φεύγω απ' τον πόλεμο και θα πάω στον παράδεισο. Ότι εκεί εκτιμούν τις γυναίκες και τα παιδιά».

«Φτάσαμε στο Αγαθονήσι» συνεχίζει η Ζιχάν. «Μείναμε τρεις ημέρες φυλακή, με τα ρούχα μας ακόμα βρεγμένα. Το χαρτί που μας έδωσαν ήταν χαρτί απέλασης. Μας έβαλαν στο πλοίο και μας κατέβασαν στη Σάμο. Κι εκεί ξαναβρεθήκαμε στα κρατητήρια. Αφού μας άφησαν να φύγουμε, κοιμόμασταν στην παραλία για δυο μέρες»

«Έχω σκεφτεί μέχρι να επιστρέψω στον πόλεμο».

«Για φαγητό, πηγαίνω στις λαϊκές και μαζεύω ό,τι περισσέψει» συνεχίζει η Ζιχάν. «Εγώ, που είχα μια καλή ζωή, πηγαίνω στην εκκλησία και μου δίνουν συσσίτιο! Κάποιοι άλλοι Σύροι μου φέρνουνε κουβέρτες. Εν τω μεταξύ, ο άντρας μου δεν ξέρω που βρίσκεται. Το τηλέφωνο στους συγγενείς μας κοστίζει και δεν υπάρχουν γραμμές…».

«Η κοινωνία μας φέρεται εχθρικά» προσθέτει με απογοήτευση. «Όταν ακούνε τα παιδιά μου να μιλάνε ξένη γλώσσα, τα διώχνουν για να πάνε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Αν μου πειράξουν τα παιδιά, κι έγκλημα κάνω».

«Έχω σκεφτεί μέχρι και να γυρίσω στον πόλεμο» καταλήγει η Ζιχάν. «Τον προτιμώ απ” την Ελλάδα. Σκέφτομαι να πουλήσω ό,τι έχω και δεν έχω στη Συρία, μόνο και μόνο για να μεγαλώσουν σωστά τα παιδιά μου, να σπουδάσουν και να πάρουν καλά πτυχία. Ξεφύγαμε απ” τον πόλεμο και το θάνατο, για να ζήσουμε αυτό;».
TAGS