Στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας συζητήθηκε σήμερα η αίτηση της Μονής Βατοπεδίου με την οποία ζητάει να ακυρωθεί η από 3/10/2008 απόφαση του τότε υφυπουργού Οικονομίας με την οποία ανακλήθηκαν οι αποφάσεις των υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών Γ. Δρυ και Γ. Φωτιάδη από το 1999 έως το 2003, αναφορικά με την κυριότητα εκτάσεων στη λίμνη Βιστωνίδα (νησίδα Αντά - Μπουρού, έκτασης 400 στρεμμάτων) και των παραλίμνιων εκτάσεων (25.000 στρεμμάτων), ενώ επίσης ανακλήθηκαν και τα πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής.

Η Μονή Βατοπεδίου υποστηρίζει ότι η ανακλητική υπουργική απόφαση είναι παράνομη. Προς ενίσχυση των ισχυρισμών της μάλιστα επικαλείται τίτλους και άλλα στοιχεία (τοπογραφικά διαγράμματα, καταθέσεις μαρτύρων, χρυσόβουλα, συνοδικές επιστολές κ.λπ.) που είχαν συνεκτιμηθεί από το γνωμοδοτικό συμβούλιο δημοσίων κτημάτων, το οποίο με γνωμοδοτήσεις του είχε αναγνωρίσει δικαίωμα κυριότητας της Μονής επί της Βιστωνίδας και των παραλίμνιων περιοχών.

Η σύμβουλος Επικρατείας Ειρήνη Σαρπ, αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης και στους ισχυρισμούς της Μονής χωρίς να λάβει θέση επί του νομικού σκέλους, όπως επιβάλλει από 1/1/2011 ο νέος νόμος 3900/2010 για την επιτάχυνση της Διοικητικής Δίκης.

Ο δικηγόρος της Μονής υποστήριξε ότι υπάρχει ιδιοκτησία επί των επίμαχων εκτάσεων και στράφηκε κατά της ανακλητικής απόφασης. Ακόμη τόνισε ότι με βάση τη νομολογία των δικαστηρίων (παλαιότερες αποφάσεις), η κοινοχρησία εκτάσεων δεν είναι ασυμβίβαστη προς την ιδιωτική ιδιοκτησία και ότι οι αποφάσεις που ανακλήθηκαν προσδιορίζουν με σαφήνεια τα ακίνητα, την έκταση και τα όρια και επομένως οι αντίθετες παραδοχές της ανακλητικής απόφασης είναι εσφαλμένες.

Επισήμανε επίσης ο συνήγορος της Mονής ότι δεν είναι νόμιμη η αιτιολογία της υπουργικής απόφασης, καθώς προβλέπει αόριστα ανάκληση για "προφανείς και σοβαρούς λόγους του δημοσίου συμφέροντος", χωρίς, όμως, να εξειδικεύει τους λόγους αυτούς.

Παράλληλα, η Μονή υποστήριξε ότι η υπουργική απόφαση έπρεπε να σταθμίσει μεταξύ του ιδιωτικού και του δημοσίου συμφέροντος, βάσει αυστηρών κριτηρίων ασφάλειας δικαίου, από τη στιγμή που εμπλέκονται όχι μόνο δικαιώματα της Μονής, αλλά και δικαιώματα τρίτων.

Από την πλευρά τους οι δικηγόροι της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου και του Ελληνικού Δημοσίου τόνισαν ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι αναρμόδιο να εκδικάσει τη συγκεκριμένη υπόθεση, καθώς πρόκειται για αστική διαφορά, για την οποία αρμόδια είναι τα Πολιτικά Δικαστήρια. Μάλιστα, προσέθεσαν ότι ήδη εκκρεμεί δίκη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης.

Οι συνήγοροι του Δημοσίου επεσήμαναν ακόμη ότι είναι πλήρως αιτιολογημένη η ανακλητική υπουργική απόφαση, ενώ η εν λόγω απόφαση στηρίζεται στις γνωμοδοτήσεις του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου οι οποίες είναι διαχειριστικές και δεν προσβάλλουν το ιδιοκτησιακό καθεστώς του Δημοσίου.

Το δικαστήριο επιφυλάχθηκε να εκδώσει την απόφασή του.

Στο μεταξύ, έγκυροι νομικοί κύκλοι υποστηρίζουν ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας, είναι αρμόδιο να κρίνει τη διοικητική πράξη του υπουργού περί ανακλήσεων, χωρίς να επαναπεμφθει το θέμα στο Συμβούλιο Δημοσίων Κτημάτων.

Οι ίδιοι κύκλοι υποστηρίζουν ότι ο υπουργός έπρεπε να αποστείλει στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο του Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων την απόφαση για να κριθεί από αυτό η ουσία της απόφασης.

Εν πολλοίς, η ανάκληση των υπουργικών αποφάσεων χωρίς την κρίση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, είναι παράνομη.