Τον πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), κ. Κων. Μενουδάκο, επισκέφθηκε σήμερα ο επικεφαλής της Ομάδας Δράσης για την Ελλάδα (Task Force), κ. Χορστ Ράιχενμπαχ, προκειμένου να ενημερωθεί για την επιτάχυνση απονομής της Δικαιοσύνης και τον βαθμό αποσυμφόρησης του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου.

Ο κ. Μενουδάκος αρχικά ενημέρωσε τον κ. Ράιχενμπαχ για την αποτελεσματικότητα των νέων νομοθετικών μέτρων που επιβάλλουν «φίλτρο» εισόδου υποθέσεων στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ), όπως είναι η αύξηση παραβόλων κ.λπ., προκειμένου να επέλθει αποσυμφόρηση του δικαστηρίου από το μεγάλο όγκο των εκκρεμών υποθέσεων.

Ο πρόεδρος του ΣτΕ σημείωσε ότι ο αριθμός των εκκρεμών υποθέσεων μειώθηκε κατά 10%, καθώς υπήρξαν έντονοι ρυθμοί δημοσίευσης αποφάσεων από όλα τα Τμήματα του δικαστηρίου.

Όμως, ο κ. Μενουδάκος επεσήμανε στον κ. Ράιχενμπαχ ότι η όλη προσπάθεια των συμβούλων Επικρατείας για να μειώσουν κατά 10% το «στοκ» των εκκρεμών υποθέσεων έπεσε στο κενό. 

Και αυτό γιατί, όπως εξήγησε, το ελληνικό Δημόσιο όχι μόνο δεν μείωσε τον αριθμό των αναιρέσεων κατά αποφάσεων των Διοικητικών Εφετείων, αλλά αντίθετα τον αύξησε, με αποτέλεσμα να «εξαφανιστεί» η προσπάθεια των δικαστών να μειωθεί κατά 10% ο αριθμός των εκκρεμών υποθέσεων.

Το Δημόσιο όπως και οι ΟΤΑ δεν πληρώνουν παράβολο και έτσι δεν υπάρχει επιβάρυνση στο Δημόσιο για τη σωρεία των αβάσιμων αναιρέσεων και εφέσεων που καταθέτουν επί λυμένων νομικών θεμάτων. Επιπρόσθετα, στις περιπτώσεις που οι αποφάσεις των Διοικητικών Εφετείων της χώρας έχουν εκδοθεί σε βάρος του Δημοσίου, παρατείνεται η εκτέλεσή τους μέχρι την έκδοση απόφασης από το ΣτΕ.

Υπενθυμίζεται ότι επί υπουργείας του αείμνηστου Αθ. Κανελλόπουλου υπήρξε εγκύκλιός του που ανέφερε ότι πάντοτε το Δημόσιο θα ασκεί αναιρέσεις, ανεξάρτητα εάν υπάρχει δεδικασμένο ή όχι, μέχρι οι υποθέσεις που εμπλέκεται το Δημόσιο να τελεσιδικήσουν σε τελευταίο βαθμό.

Όμως το ζήτημα αυτό απασχόλησε και την τελευταία Διοικητική Ολομέλεια του ΣτΕ, κατά την οποία τέθηκε ο προβληματισμός εάν πρέπει να προταθεί νομοθετική ρύθμιση η οποία να προβλέπει την επιβολή χρηματικού προστίμου σε βάρος του Δημοσίου, στις περιπτώσεις καταθέσεων αβάσιμων αναιρέσεων και εφέσεων επί λυμένων οριστικά και αμετάκλητα νομικών ζητημάτων.

Μάλιστα στις περιπτώσεις αβάσιμων αναιρέσεων του Δημοσίου προτάθηκε τα πρόστιμα να μην επιδικάζονται υπέρ του Δημοσίου (έτσι ώστε να μην «φεύγουν από τη μια τσέπη και να πηγαίνουν στην άλλη»), αλλά να επιδικάζονται υπέρ άλλων φορέων, όπως είναι το Ταμείο Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑΧΔΙΚ), το Ταμείο Νομικών, κ.λπ.

Σημειώνεται ότι υπήρξαν ελάχιστες αποφάσεις του ΣτΕ που επιδίκασαν χρηματικό πρόστιμο σε βάρος του Δημοσίου για την εμμονή του να καταθέτει αναιρέσεις σε υποθέσεις καταβολής οικογενειακού επιδόματος που ήταν όμως κάτω του προβλεπόμενου ορίου (πλαφόν) εισόδου υποθέσεων στο ΣτΕ, με αποτέλεσμα το δικαστήριο να απασχολείται για μεγάλο χρονικό διάστημα επί αβάσιμων υποθέσεων.

Τα πρόστιμα αυτά επιδικάστηκαν υπέρ του Ταμείου Νομικών.

Παράλληλα, κατά τη συνάντηση των κ.κ. Μενουδάκου και Ράιχενμπαχ τέθηκε το ζήτημα μεταφοράς τεχνογνωσίας για την περαιτέρω μηχανογράφηση του δικαστηρίου.

Ανάλογη επίσκεψη με το ίδιο αντικείμενο πραγματοποίησε χθες ο κ. Ράιχενμπαχ στον πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου Ιωάννη Καραβοκύρη.