Πολλές χώρες της Ε.Ε. μας έχουν κατηγορήσει επανειλλημένως για "τεμπελιά" με αφορμή το δημοσιονομικό έλλειμα της χώρας και τις ατασθαλίες των εκάστοτε κυβερνήσεων, ωστόσο μάλλον είμαστε οι πιο παρεξηγημένοι της Ευρώπης. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, είμαστε οι πιο εργατικοί της Ευρώπης.

Oι πλέον σκληρά εργαζόμενοι στην ΕΕ είναι οι Έλληνες, καθώς εργάζονται κατά μέσο όρο 42 ώρες την εβδομάδα, όταν οι Γερμανοί απασχολούνται κατά μέσο όρο 36 ώρες την εβδομάδα, επισημαίνει σε δημοσίευμά της η εφημερίδα Wall Street Journal. Στο δημοσίευμα αναφέρεται πάντως, ότι η απόκλιση Βορρά και Νότου σε επίπεδο παραγωγικότητας οφείλεται στην καλύτερη τεχνολογία των χωρών του Βορρά και προτείνει στις χώρες του Νότου να κάνουν άνοιγμα στις πολυεθνικές εταιρείες, ώστε να έλθει η τεχνολογία στα εδάφη τους.

Συγκεκριμένα, ο αρθρογράφος της εφημερίδας Μάθιου Ντάλτον υποστηρίζει ότι η κρίση χρέους στην ζώνη του ευρώ έχει υπογραμμίσει ένα από τα πιο «ανθεκτικά στερεότυπα» της Ευρώπης, αυτό που αφορά στη διάκριση των «σκληρά εργαζόμενων βόρειων χώρων», σε σύγκριση με τον «τεμπέλικο Νότο». Μάλιστα, όπως υπογραμμίζει, αυτά τα στερεότυπα υπεισήλθαν σε κάποιο βαθμό στο πολιτικό διάλογο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους.

Ωστόσο, ο αρθρογράφος της Wall Street Journal επισημαίνει ότι η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη. Ενδεικτικά αναφέρεται στην -πρόσφατα διασωθείσα- Ιρλανδία που δεν ανήκει στη νότια Ευρώπη, αλλά και σε συγκριτικά στατιστικά στοιχεία για τις ώρες εργασίας σε κάθε ευρωπαϊκό κράτος. Ο Ντάλτον υπογραμμίζει πως οι πλέον σκληρά εργαζόμενοι στην ΕΕ είναι οι Έλληνες, οι οποίοι εργάζονται κατά μέσο όρο 42 ώρες την εβδομάδα. Αλλά και η Ισπανία και η Πορτογαλία δεν υπολείπονται σημαντικά, καθώς εκεί οι εργαζόμενοι εργάζονται 39 ώρες την εβδομάδα. Σε αντίθεση με την Ολλανδία, όπου οι εργαζόμενοι απασχολούνται κατά μέσο όρο 31 ώρες την εβδομάδα.

«Οι Γερμανοί εργάζονται κατά μέσο όρο 36 ώρες την εβδομάδα, πολύ λιγότερο από ό,τι οι σκληρά εργαζόμενοι Έλληνες, τους οποίους καλούνται να διασώσουν», επισημαίνει χαρακτηριστικά ο αρθρογράφος της Wall Street Journal, διευκρινίζοντας πως τα σχετικά στοιχεία προέρχονται από την Eurostat.