«Σε έντονη απόγνωση βρίσκονται άτομα με αναπηρία που εργάζονται σε φορείς του Δημοσίου της χώρας, εξαιτίας των τελευταίων ειδήσεων που αφορούν στην εξέταση επείγουσας νομοθετικής ρύθμισης για την αποχώρηση των εργαζομένων που παραμένουν στο δημόσιο και τους δήμους της χώρας μέσω προσωρινών δικαστικών αποφάσεων» αναφέρει σε ανακοίνωσή της η Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία (ΕΣΑμεΑ).

«Μεταξύ των χιλιάδων συμβασιούχων του δημοσίου, ευρύτερου δημοσίου τομέα, ΟΤΑ Α΄ και Β Βαθμού που βρίσκονται αντιμέτωποι με την απόλυση - μέτρο επαχθές και άδικο για κάθε εργαζόμενο, ειδικά όταν η δικαστική εξουσία έχει αποφανθεί προσωρινά υπέρ αυτού - υπάρχουν εργαζόμενοι με αναπηρία και χρόνιες παθήσεις και μέλη των οικογενειών τους που παραμένουν στην εργασία τους σε φορείς του δημοσίου, ΟΤΑ Α΄ και Β Βαθμού με προσωρινές δικαστικές αποφάσεις. Να επισημανθεί ότι οι φορείς κυρίως του ευρύτερου δημοσίου τομέα ΟΤΑ κ.λπ. χρησιμοποίησαν τις συμβάσεις ορισμένου έργου ή συμβάσεις έργου ως προς τα άτομα με αναπηρία προς ίδιο όφελος χωρίς να λάβουν υπόψη τους ούτε καν μέτρα εργονομικής διευθέτησης ή εύλογων προσαρμογών, όπως αυτές ορίζονται από την κείμενη νομοθεσία (ν. 3304/2005).

Υπό τις παρούσες δραματικές οικονομικές συνθήκες το μέτρο της απόλυσης για τα άτομα με αναπηρία και τις οικογένειές τους δε σημαίνει μόνο φτώχεια αλλά οριστική εξόντωσή τους.

Είναι επιβεβλημένη και αναγκαία η προστασία των εργαζομένων με αναπηρία/χρόνια πάθηση με ποσοστό αναπηρίας 50% και άνω και εργαζομένων που έχουν στη φροντίδα τους άτομο με βαριά αναπηρία και ποσοστό αναπηρίας» αναφέρεται.

Η ΕΣΑμεΑ επισημαίνει ακόμα: «Από το 2001 πολύ πριν εκδηλωθεί η παρούσα εντεινόμενη οικονομική κρίση η ΕΣΥΕ διαπίστωνε ότι το 84% των ατόμων με αναπηρία της χώρας βρίσκεται εκτός αγοράς εργασίας.

Η διάρκεια της ανεργίας είναι πολύ μεγαλύτερη για τα άτομα με αναπηρία, χρόνια πάθηση και μέλη οικογενειών που έχουν στη φροντίδα τους άτομα με βαριά αναπηρία.

Σε περιόδους οικονομικής κρίσης είναι ιστορικά καταγεγραμμένο ότι τα άτομα με αναπηρία είναι οι πρώτοι που απολύονται και οι τελευταίοι που προσλαμβάνονται σε θέσεις εργασίας.

Ακόμα και στις εύρωστες οικονομικά περιόδους οι πολιτικές και τα μέτρα για την ένταξη των ατόμων με αναπηρία και των οικογενειών στην εργασίας ήταν από ελλιπείς, αδύναμες έως και ανύπαρκτες».

Παράλληλα, τονίζει ότι «η προστασία πρέπει να ληφθεί για τους έχοντες ποσοστό αναπηρίας 50% και άνω, δεδομένου ότι στους προστατευτικούς νόμους απασχόλησης και τα προγράμματα επιδότησης θέσεων εργασίας για ευπαθείς κοινωνικά ομάδες του ΟΑΕΔ εντάσσονταν άτομα με αναπηρία που το ποσοστό αναπηρίας τους προσδιορίζονταν από 50% και άνω. Η κύρωση της Διεθνούς Σύμβασης των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία από τη βουλή των ελλήνων επιτάσσει την προστασία και διασφάλιση της εργασίας των ατόμων με αναπηρία μέσω διακριτών μέτρων».