Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με σειρά αποφάσεων της έκρινε ότι είναι συνταγματική και σύμφωνη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) η επιβολή, του τέλους επιτηδεύματος.

Οι σύμβουλοι Επικρατείας με πέντε αποφάσεις τους (2527-2531/2013) απέρριψαν ως αβάσιμους όλους τους ισχυρισμούς των Δικηγορικών Συλλόγων Αθηνών, Θεσσαλονίκης, Βόλου και Χαλκίδας, του Σωματείου Έλληνες Φορολογούμενοι και ιδιωτών επιτηδευματιών, οι οποίοι στρέφονταν κατά του τέλους επιτηδεύματος, το οποίο επιβλήθηκε το 2011 στους επιτηδευματίες και τους ασκούντες ελευθέριο επάγγελμα, που τηρούν βιβλία Β' ή Γ' κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων. Διευκρινίζεται ότι οι δικηγόροι θεωρούνται επιτηδευματίες.

Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι ζητούσαν την ακύρωση του Ν. 3986/2011 που προβλέπει την επιβολή του επίμαχου τέλους, καθώς και την ακύρωση της από 2.8.2011 απόφασης του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών που καθορίζει τη διαδικασία βεβαίωσης και είσπραξης του τέλους επιτηδεύματος.

Οι Σύλλογοι υποστήριξαν ότι η επιβολή του επίμαχου τέλους είναι αντισυνταγματική και παράνομη, γιατί αποτελεί φόρο και όχι τέλος, ενώ δεν αντανακλά πραγματική φοροδοτική ικανότητα των δικηγόρων, αλλά παρουσιάζει μια επίπλαστη «αντικειμενική» οικονομική δυνατότητα, που «ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί ανεκτή σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις παρούσες συνθήκες ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος».

Η Ολομέλεια, κατ΄ αρχάς, επισημαίνει ότι η επίμαχη οικονομική επιβάρυνση «επιβλήθηκε για την αύξηση των δημοσίων εσόδων και επομένως προς εξυπηρέτηση κρατικών εν γένει σκοπών (αντιμετώπιση των γενικών δημοσιονομικών αναγκών της χώρας) και δεν καταβάλλεται έναντι ειδικής αντιπαροχής, ήτοι έναντι ειδικώς παρεχόμενης δημόσιας υπηρεσίας προς τους βαρυνόμενους με αυτό, παρά τον χαρακτηρισμό της ως τέλος αποτελεί φόρο και την έννοια του άρθρου 78 του Συντάγματος».

Σύμφωνα με το άρθρο 78 του Συντάγματος, τονίζουν οι δικαστές, ο φόρος δεν αποκλείεται να βαρύνει ορισμένο μόνο κύκλο προσώπων ή πραγμάτων, εφόσον «πλήττει ορισμένη φορολογητέα ύλη η οποία, κατ΄ αυτό τον τρόπο, επιτρέπει την επιβάρυνση του συγκεκριμένου αυτού κύκλου φορολογουμένων βάσει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων που τελούν σε συνάφεια με το ρυθμιζόμενο θέμα».

Ακόμη, οι δικαστές υπογραμμίζουν ότι «η επιβολή του εν λόγω φόρου βάσει κριτηρίων (χρονικών, τοπικών και πληθυσμιακών) δεν υπερβαίνει τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη να καθορίζει τον ενδεδειγμένο εκάστοτε τρόπο φορολογήσεως διαφόρων κατηγοριών φορολογουμένων» και κατά συνέπεια δεν παραβιάζει συνταγματικές διατάξεις και αρχές. Κατόπιν αυτών οι σύμβουλοι Επικρατείας απέρριψαν τους ισχυρισμούς των Συλλόγων ότι παραβιάζονται τα άρθρα 4 και 5 του Συντάγματος και οι αρχές της καθολικότητας και της ισότητας του φόρου.

Επίσης, απέρριψαν τους ισχυρισμούς ότι η επιβολή του τέλους επιτηδεύματος είναι αντίθετο στην συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, καθώς αποτελεί εμπόδιο στην ελεύθερη και ακώλυτη άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος και «μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τους οικονομικά ασθενέστερους εξ αυτών ως προς την επιλογή της συνεχίσεως ή μη της ασκήσεως της δραστηριότητας τους».

Ούτε όμως κατά τους δικαστές η επιβολή του τέλους επιτηδεύματος παραβιάζει την ΕΣΔΑ που κατοχυρώνει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας.