Είναι μύθος ότι είναι η ακράτεια ούρων είναι φυσιολογική στη μεγάλη ηλικία και πιο μεγάλος μύθος ότι δεν θεραπεύεται. Σήμερα υπάρχει λύση! Η ακράτεια ούρων ταλαιπωρεί το 27% των Ελληνίδων, ηλικίας 20-80 ετών, επηρεάζοντας αρνητικά την καθημερινότητά τους και συχνά προκαλώντας κατάθλιψη.

Πρόσφατα, η επιδημιολογική μελέτη EPIC, η πρώτη που διεξήχθη σε αντιπροσωπευτικό δείγμα πληθυσμού στην Ευρώπη και στον Καναδά σύμφωνα με τις οδηγίες ICS, έδειξε ότι το 11,8% των ατόμων, ηλικίας άνω των 18 ετών, παρουσιάζουν συμπτώματα υπερδραστήριας κύστης, ενώ σε ηλικίες άνω των 40 ετών, το ποσοστό είναι περίπου 17%. 

Με βάση την πληθυσμιακή μελέτη (EPIC) των 16.776 ανδρών και γυναικών ηλικίας άνω των 40 ετών, φάνηκε ότι η συχνότητα της υπερδραστήριας κύστης στην Ευρώπη είναι 15,6% για τους άνδρες και 17,4% για τις γυναίκες. 

Ο αριθμός αυτός είναι ακόμα μεγαλύτερος, αν αναλογιστεί κανείς ότι πολλές γυναίκες δεν αναφέρουν καν το πρόβλημά τους στον ιατρό, εξαιτίας του φόβου ή της ντροπής. Επίσης αρκετές γυναίκες έχουν τη λανθασμένη εντύπωση ότι η ακράτεια είναι φυσιολογική στη μεγάλη ηλικία και ότι είναι αθεράπευτη, κάτι που είναι λάθος.

Ακράτεια ούρων ορίζεται η κάθε ακούσια απώλεια ούρων σύμφωνα με τον ορισμό της Διεθνούς Εταιρείας Εγκράτειας (InternationalContinenceSociety-ICS- www.icsoffice.org).

H ακράτεια γυναικών δεν είναι πρόσφατο ιατρικό και κοινωνικό φαινόμενο, αλλά η ιδιαίτερη σημασία που αποδίδεται σε αυτή δείχνει την αύξηση του ιατρικού προβλήματος. Διάφοροι παράγοντες είναι υπεύθυνοι για την αυξημένη προσοχή που δίνουμε σήμερα στην ακράτεια ούρων.

Πρώτον, οι γυναίκες είναι πιο πρόθυμες να μιλάνε ανοικτά για αυτή την διαταραχή. Οι γυναίκες συνειδητοποιούν ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, η ακράτεια ούρων είναι θεραπεύσιμη. Κατά συνέπεια, η καλύτερη ενημέρωση και τα λιγότερα κοινωνικά ταμπού οδηγούν στη διάγνωση.

Δεύτερον, η αύξηση της ηλικίας του πληθυσμού όπου η ακράτεια γίνεται μια πιο συχνή διαταραχή. Συχνά, η ακράτεια ούρων είναι ο κύριος λόγος για την ιδρυματοποίηση των ηλικιωμένων.

Τρίτον, το ραγδαίο ενδιαφέρον για τις διαταραχές ούρησης (ακράτεια ούρων) εντός της ιατρικής κοινότητας. Αυτό το αυξημένο ενδιαφέρον που προκύπτει μεταξύ της βασικής έρευνας των κλινικών ερευνητών και των κλινικών ιατρών. Η υποειδικότητα των Ουρολόγων στη Λειτουργική Ουρολογία μέρος της οποίας είναι και η ακράτεια ούρων, βοηθούν στη επιστημονικά τεκμηριωμένη διάγνωση και στην επανορθωτική αντιμετώπιση με μικρής επεμβατικότητας τεχνικές.

Η αιτιολογία της ακράτειας σε κάθε ασθενή είναι διαφορετική και μπορεί να έχει πολλά αίτια που προκαλούν ποικίλους βαθμούς σοβαρότητας στη συνολική διαταραχή. Σ’ αυτά μπορούν να συμβάλουν οι ανατομικές και λειτουργικές διαταραχές που συμβαίνουν στην ουροδόχο κύστη, στο επίπεδο της ουρήθρας, των ουρητήρων και στην ελάσσονα πύελο συνολικά. Επιπλέον, μια διαταραχή του νωτιαίου μυελού ή του κεντρικού νευρικού συστήματος (CNS) μπορεί να είναι ο σημαντικότερος αιτιολογικός παράγοντας σε ορισμένες περιπτώσεις (Νευρογενούς αιτιολογίας ακράτειας ούρων). Επίσης, συνοδά ιατρικά νοσήματα μπορεί να είναι το αίτιο και τέλος σε ορισμένες περιπτώσεις, η ακράτεια προκαλείται από φάρμακα.

Τύποι ακράτειας ούρων στη γυναίκα

Στην καθημερινή κλινική πράξη η ακράτεια ούρων ανάλογα με την αιτιολογία της ακράτειας αυτή κατατάσσεται στους παρακάτω κύριους τύπους:

Ακράτεια ούρων από προσπάθεια (Stress urinary incontinence - SUI)

Ορίζεται κάθε απώλεια ούρων που προκαλείται από προσπάθεια, δηλαδή οποιαδήποτε αύξηση της ενδοκοιλιακής πίεσης όπως με το φτάρνισμα, τον βήχα, τη σωματική άσκηση (jogging). Εμφανίζεται όταν οι μύες του πυελικού εδάφους έχουν χαλαρώσει και δεν μπορούν πια να συγκρατήσουν τα ούρα μέσα στην κύστη και την ουρήθρα κλειστή, με αποτέλεσμα ακούσια διαφυγή ούρων. Κάποιες γυναίκες εμφανίζουν απώλεια ούρων και κατά τη σεξουαλική επαφή και αναλόγως του χρόνου εμφάνισης της στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθορίζεται και το είδος της ακράτειας.

Ακράτεια από έπειξη- Υπερδραστήρια κύστη (Overactive bladder --OAB)

Είναι η διαφυγή ούρων μετά από ξαφνική επιθυμία για ούρηση, προτού φτάσει η γυναίκα στην τουαλέτα. Τα συμπτώματα, που θα οδηγήσουν κάποιον να αντιληφθεί ότι πάσχει από τη συγκεκριμένη διαταραχή, είναι η συχνουρία (ούρηση οκτώ ή περισσότερες φορές κατά το 24 ωρο), η επιτακτική ακράτεια (η ακούσια διαφυγή ποσότητας ούρων, έπειτα από απότομο και συνεχές αίσθημα επιτακτικής ούρησης, που δεν μπορεί να ανασταλεί), η επιτακτικότητα (δηλαδή αιφνίδιο, ισχυρό αίσθημα επιθυμίας για ούρηση) και η νυκτουρία (η έγερση για ούρηση κατά τη διάρκεια του ύπνου περισσότερο από τρεις φορές).

Μικτή ακράτεια

Συνδυασμός ακράτειας από προσπάθεια και ακράτειας ούρων από έπειξη.

Λειτουργική ακράτεια


Λειτουργική ακράτεια είναι ο πιο κοινός τύπος μεταξύ των ηλικιωμένων που πάσχουν από αρθρίτιδα, η νόσο του Πάρκινσον ή τη νόσο του Αλτσχάιμερ. Αυτοί οι άνθρωποι συχνά δεν είναι σε θέση να ελέγχουν την κύστη τους πριν φτάσουν στην τουαλέτα λόγω των περιορισμών στην κίνηση, σκέψη ή την επικοινωνία.

Διερεύνηση τύπου ακράτειας ούρων

Ασθενείς που πάσχουν από ακράτεια ούρων θα πρέπει να υποβληθούν σε μια βασική αξιολόγηση που περιλαμβάνει ένα ιστορικό, κλινική εξέταση και ανάλυση ούρων. Πρόσθετες πληροφορίες λαμβάνονται από το ημερολόγιο Ούρησης του ασθενή, το cotton - swabtest, το stress test, τη μέτρηση του υπολειπόμενο όγκου ούρησης, (PVR) ,τη κυστεοσκόπηση και την Ουροδυναμική μελέτη.

Αντιμετώπιση

Η θεραπεία της ακράτειας είναι πάντοτε εξατομικευμένη, ανάλογα με την ασθενή και την περίπτωση βασιζόμενη στις κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ουρολογικής Εταιρείας.

Συμπέρασμα

Η ακράτεια των ούρων, οποιασδήποτε μορφής κι αν είναι, επιδρά σαρωτικά στη ζωή των ασθενών, εκλαμβανομένη ως μια βαθιά απώλεια της υγείας που εκλύει θυμό και λύπη, καθώς και αίσθημα ντροπής και κατάθλιψη. Οι ασθενείς αποφεύγουν τις κοινωνικές εκδηλώσεις και εκδηλώνουν σημαντική απώλεια της αυτοπεποίθησης τους, με ανάλογο αντίκτυπο στις κοινωνικές συναναστροφές, στη σεξουαλική τους ζωή και στην ψυχική υγεία τους. Πέρα, όμως, από τις ψυχολογικές προεκτάσεις, η ακράτεια των ούρων αποτελεί και παράγοντα κινδύνου και για άλλες σωματικές καταστάσεις και νόσους, ενώ ταυτόχρονα επιβαρύνει οικονομικά τον/την ασθενή και το περιβάλλον του.