Γράφει η Αναστασία Γαλάνη

Γκρουπιέρηδες από καζίνο, αεροσυνοδοί, σταθμάρχες του ΟΣΕ και άλλες ειδικότητες όχι και τόσο σχετικές με το αντικείμενο της ΕΛ.ΑΣ. προαλείφονται για να αναλάβουν διοικητικά μάλιστα πόστα στην ΕΛ.ΑΣ.

Τις τελευταίες εβδομάδες το σενάριο των «μετατάξεων» υπαλλήλων του δημοσίου οποιασδήποτε αρμοδιότητας στην Ελληνική Αστυνομία καλά κρατεί χωρίς ωστόσο να υπάρχει επίσημη ενημέρωση με αποτέλεσμα να εγείρονται εύλογα ερωτήματα σχετικά με την μελλοντική λειτουργικότητα των υπηρεσιών της αστυνομίας καθώς ακόμη ανοιχτό μένει και το «μέτωπο» των δημοτικών αστυνομικών που θα ενταχθούν και αυτοί στην ΕΛ.ΑΣ.

Το εν λόγω παράδοξο πάντως έχει προκύψει λόγω της κινητικότητας στο Δημόσιο και έχει προκαλέσει ανησυχία στην ηγεσία της Αστυνομίας αλλά και τους αστυνομικούς υπαλλήλους. 

Μάλιστα, ο Γ.Γ. των Αστυνομικών Υπαλλήλων Αττικής, Σπήλιος Κρικέτος, πρόσφατα σε δηλώσεις του διευκρίνισε ότι η ΕΛ.ΑΣ. είναι ένας ιδιαίτερος τομέας και χρειάζεται προσοχή στο ποιοι θα μετακινηθούν.

Την ίδια ώρα, σε πλήρη αντιπαράθεση βρίσκεται η ΠΟΑΣΥ με την ηγεσία του υπουργείου Δημοσίας Τάξης και για ένα ακόμη ζήτημα, αυτό του νομοσχεδίου που πρότεινε προς διαβούλευση υπουργός ο Νίκος Δένδιας και προβλέπει την αναδιάρθρωση της ΕΛ.ΑΣ.

Η ΠΟΑΣΥ διαφωνεί με το εν λόγω νομοσχέδιο σε πολλά σημεία και κυρίως σε ό,τι αφορά τις καταργήσεις οργανικών θέσεων συγχέοντας και το ζήτημα των... παράδοξων  «μετατάξεων» στην ΕΛ.ΑΣ. Όπως αναφέρει, «Γεννάται το ερώτημα, πώς οι συντάκτες του εν λόγω σχεδίου νόμου έχουν καταλήξει σε συγκεκριμένο αριθμό καταργούμενων οργανικών θέσεων (6.700) αστυφυλάκων γενικών καθηκόντων από τις περίπου 10.000 κενές θέσεις που υπάρχουν.

Προφανώς, το υπόλοιπο, σχεδιάζουν να το καλύψουν με την απορρόφηση δημοτικών αστυνομικών(;), ενώ την ίδια ώρα βλέπουν το φως της δημοσιότητας αλληλοσυγκρουόμενες πληροφορίες, άλλες περί απομάκρυνσης 2.000 πολιτικών υπαλλήλων και άλλες περί μετατάξεων εκατοντάδων υπαλλήλων από υπό κατάργηση οργανισμούς του δημοσίου.

Προξενεί δε κατάπληξη η εξέλιξη αυτή, καθόσον μόλις η προηγούμενη αστυνομική ηγεσία είχε εναντιωθεί σε οποιαδήποτε συρρίκνωση της αστυνομικής δύναμης, υποστηρίζοντας ότι είναι ανόμοια τα συγκριτικά στατιστικά στοιχεία της Eurostat, περί αναλογίας αστυνομικών –πολιτών στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διότι στην Ελλάδα η αστυνομία είναι επιφορτισμένη με πρόσθετες αρμοδιότητες και άλλων δημοσίων υπηρεσιών.

Πρόκειται, επομένως, για μια επιχειρούμενη, πρόχειρη επαναδιάταξη-ανακατανομή των αστυνομικών δυνάμεων, και τούτο χωρίς να αποκαλύπτεται σε όλο του το εύρος το μέγεθος των επιπτώσεών τους, τόσο σε υπηρεσιακό όσο και σε προσωπικό επίπεδο.

Πώς είναι δε δυνατόν π.χ. να μη γίνεται ουδεμία αναφορά στο Αστυνομικό Τμήμα που αποτελεί το κύτταρο της αστυνομικής λειτουργίας, όπως χαρακτηριστικά λέγεται, ή να μη γίνεται καμία αναφορά στην αστυνομική περιπολία και στο χρόνο ανταπόκρισης στις κλήσεις των πολιτών, ή να μην υπάρχει καμία έκθεση εγκληματολογικών δεδομένων και χωροθέτησης των αστυνομικών υπηρεσιών-οικημάτων-περιπολικών; 

Πώς είναι δυνατόν να παρουσιάζονται δημοσίως τέτοια μεθοδικά εργαλεία από φορείς και πολίτες και να αγνοούνται προκλητικά, από την επίσημη και αρμόδια για την αρμονική λειτουργία της αστυνομίας, πολιτεία;

Είναι σαφές, εξάλλου, ότι το προτεινόμενο σχέδιο νόμου δημιουργεί ανασφάλεια και αβεβαιότητα σε προσωπικό και οικογενειακό επίπεδο, σε όλους τους Αστυνομικούς Υπαλλήλους, επειδή πουθενά σ' αυτό δεν αποτυπώνονται οι όποιες άλλες επιπτώσεις και παρενέργειες επέλθουν από διοικητικές - υπηρεσιακές μεταβολές, π.χ. μεταθέσεις, υπηρεσιακή εξέλιξη κ.λ.π.

Το «μαστίγιο» για τον χαμηλόβαθμο συνάδελφο, φαίνεται πως αποκρύπτεται μεθοδικά, επιφυλάσσοντάς του οδυνηρές εκπλήξεις με τη μορφή προεδρικών διαταγμάτων και ενδοϋπηρεσιακών εγκυκλίων»...