Σε περισσότερα από 2 δισ. ευρώ εκτιμάται η απώλεια του ελληνικού κράτους από την εκρηκτικών διαστάσεων καθυστέρηση στην εκδίκαση υποθέσεων, κυρίως διοικητικού χαρακτήρα, από τα Δικαστήρια.

Οι χρόνοι απονομής Δικαιοσύνης είναι εξωφρενικοί, τόσο που πολλοί νομικοί κάνουν πλέον λόγο για «Δικαιοσύνη που κινείται στα όρια της αρνησιδικίας», αφού απαιτούνται χρόνια για να «κλείσει» μία υπόθεση ποινική, αστική, ή διοικητική.

Στα ποινικά δικαστήρια μία υπόθεση χρειάζεται από 7 ως 12 χρόνια για να κριθεί και στους τρεις βαθμούς, ενώ για να εκδικαστεί σε πρώτο βαθμό μία υπόθεση απαιτούνται περίπου τριάμιση χρόνια. Ενδεικτική είναι η διερεύνηση της υπόθεση για το δηλωθέν τροχαίο των ολυμπιονικών Κώστα Κεντέρη και Κατερίνας Θάνου, που εκδικάζεται αυτές τις μέρες στο Πλημμελειοδικείο, σε πρώτο βαθμό, έξι χρόνια μετά το συμβάν.

Η Ελλάδα έχει "εισπράξει" καταδίκες από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για 320 υποθέσεις καθυστέρησης απονομής Δικαιοσύνης καθώς ως εύλογος χρόνος τελεσιδικίας υποθέσεων θεωρούνται τα πέντε χρόνια. Οι συνεχείς καταδίκες της Ελλάδας, σύμφωνα με νομικούς, αναδεικνύουν μία εικόνα σοβαρότατης δυσλειτουργίας της έννομης τάξης με ανάλογα αποτελέσματα στην εμπιστοσύνη των πολιτών για την Δικαιοσύνη.

Στο Πρωτοδικείο της Αθήνας τα πινάκια "στενάζουν" με υποθέσεις, που ξεπερνούν τις 40 ημερησίως για κάθε αίθουσα. Στο Τμήμα Εργατικών διαφορών μία αγωγή παίρνει δικάσιμο για δύο, ή και τρία χρόνια, μετά την κατάθεσή της, γεγονός που αναγκάζει τους συνηγόρους των εναγόντων να προσφεύγουν με αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων για προσωρινές διευθετήσεις. Το Τμήμα Ασφαλιστικών ασφυκτιά τόσο πολύ, ώστε μία αίτηση να λαμβάνει δικάσιμο 20 μήνες μετά και στην Τακτική Διαδικασία του Μονομελούς Πρωτοδικείου οι δικάσιμοι που δίδονται τώρα είναι για τα τέλη του 2013 και το α’ και β΄εξάμηνο του 2014.

Στο Πολυμελές Πρωτοδικείο (Ενοχικό) μία αγωγή χρειάζεται ακόμη και τρία χρόνια για να συζητηθεί

Για ένα πιστοποιητικό κληρονομητηρίου από το Πρωτοδικείο Αθήνας ο πολίτης οφείλει να περιμένει μήνες, ενώ οι αιτήσεις για συναινετικά διαζύγια φθάνουν προς συζήτηση ακόμη και δέκα μήνες μετά την κατάθεσή τους με αποτέλεσμα δικηγόροι να συνιστούν την "κατ’ αντιδικία" διαδικασία ως πιο σύντομη.

Για να σχηματίσει κανείς εικόνα επί του όγκου των υποθέσεων, που εξυπηρετεί το μεγαλύτερο κομμάτι της χώρας αρκεί να μάθει ότι το 2009 κατατέθηκαν στο Πρωτοδικείο Αθήνας περισσότερα από 228.000 δικόγραφα. Τον ίδιο χρόνο, οι 310 δικαστές εξέδωσαν περίπου 137.000 πολιτικές αποφάσεις και 223.500 ποινικές.

Οι μηνύσεις που κατατέθηκαν σε όλη την Ελλάδα το 2009 ήταν 750.000 και από αυτές, οι 300.000 κατατέθηκαν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθήνας.

Κατά μέσο όρο στην Αθήνα, στο καθένα από τα πέντε Τριμελή Εφετεία Κακουργημάτων εισάγονται προς εκδίκαση σε κάθε δικάσιμο περίπου 30 υποθέσεις. Από αυτές περίπου έξι εκδικάζονται. Οι υπόλοιπες οδηγούνται "μοιραία" σε αναβολή.

Στη Διοικητική Δικαιοσύνη οι εκκρεμείς υποθέσεις αγγίζουν τον ιλιγγιώδη αριθμό των 500.000. Στα Διοικητικά Πρωτοδικεία οι «αδίκαστες» υποθέσεις είναι -σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης- 423.487, στα Διοικητικά Εφετεία 40.791 και στο ΣτΕ 35.477.

Η αδυναμία έγκαιρης εκδίκασης των, ομολογουμένως, όλο και διογκούμενων πινακίων στερεί από το Δημόσιο έσοδα που ανεπίσημοι και μετριοπαθείς υπολογισμοί προσδιορίζουν στα 2 δισ. ευρώ από τη μη είσπραξη προστίμων και ασφαλιστικών εισφορών.

Η καθυστερήσεις στην απονομή Δικαιοσύνης στο Διοικητικό Πρωτοδικείο της Αθήνας έχουν σωρεύσει μέσα στο 2010 150.000 υποθέσεις εκ των οποίων περίπου 1/3 αφορούν την είσπραξη βεβαιωμένων φόρων και δασμών και περίπου 15.000 εισφορές προς ασφαλιστικά ταμεία.

Για τον πολίτη η συσσώρευση, προς εκδίκαση, φακέλων έχει ως αποτέλεσμα τις χρονοβόρες και δαπανηρές διαδικασίες, που πρέπει να υποστεί έως ότου εκδικαστεί η προσφυγή του, ενώ για να τελεσιδικήσει οι δικηγόροι συστήνουν ...ιώβειο υπομονή.

Ενδεικτικά, σύμφωνα με τον υπουργό Δικαιοσύνης, Χάρη Καστανίδη, στα Διοικητικά Πρωτοδικεία απαιτείται διάστημα, κατά μέσο όρο, τεσσεράμισι ετών από την κατάθεση της προσφυγής ως τον ορισμό δικασίμου, ενώ στο ενάμιση έτος είναι το αντίστοιχο διάστημα για τα Διοικητικά Εφετεία.

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης με πρόσφατες πρωτοβουλίες του επιχειρεί να λάβει μέτρα για την επιτάχυνση στην απονομή τη Ποινικής, αλλά και της Διοικητικής Δικαιοσύνης και να εξορθολογήσει τα δεδομένα, ώστε να γίνει εφικτή η πολυπόθητη αποσυμφόρηση. Κάποια από τα νέα μέτρα έτυχαν θετικής υποδοχής από τον νομικό κόσμο και άλλα δέχονται κριτική για την αποτελεσματικότητα τους.

Για παράδειγμα, η διεύρυνση της υλικής (χρηματικής) αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου στις 20.000 ευρώ από τις ως τώρα ισχύουσες 12.000, όπως αναφέρουν δικηγόροι, δεν λύνει ουσιαστικά το πρόβλημα, καθώς απλώς ταξινομεί διαφορετικά τον όγκο των υποθέσεων και επιβαρύνει περαιτέρω, τα ήδη φορτωμένα Ειρηνοδικεία, τα "δικαστήρια των φτωχών", εξαιτίας των μικρών σε χρηματικά όρια υποθέσεων που εκδικάζουν.

Θετικές αντιδράσεις έχει προκαλέσει η είσοδος του θεσμού της ποινικής συνδιαλλαγής για κάποια πλημμελήματα κατά της ιδιοκτησίας, καθώς, όπως λέγεται, όπου εφαρμόστηκε είχε αποτελέσματα αποφόρτισης πινακίων έως και 20%.

Ευνοϊκή στάση επίσης με όρους και αυστηρές προϋποθέσεις τηρείται για την πρόθεση του υπουργείου να προωθήσει τη σύγχρονη τεχνολογία (ηλεκτρονική διακίνηση δικογράφων κ.λπ) με σκοπό να επιτευχθεί η "ηλεκτρονική δίκη". Δεκάδες νέοι δικηγόροι επιθυμούν να προχωρήσει άμεσα -«χθες» λένε χαρακτηριστικά- ο σχεδιασμός και η υλοποίηση ενός τέτοιου προγράμματος και μάλιστα προτείνουν συγκεκριμένα μέτρα για μεγαλύτερη ευελιξία και διασύνδεση με τις χώρες της ΕΕ.

Πολλοί, βεβαίως, υπομειδιούν σε ένα τόσο ...μεγαλεπήβολο και άκρως δαπανηρό σχέδιο και υπενθυμίζουν ότι, "ακόμη, τα δικαστήρια της χώρας τιμούν "τη μελάνη", καθώς η ηλεκτρονική υποδομή είναι ημιτελής ή και ανύπαρκτη».

Στα προβλήματα που επιτείνουν το καθεστώς των καθυστερήσεων εκδίκασης υποθέσεων, τεράστιο ρόλο παίζει, πλην της τεχνολογικής, κτιριακής και οργανωτικής ένδειας της Δικαιοσύνης, και η ένδεια της σε ανθρώπινο δυναμικό. Οι κενές οργανικές θέσεις υπαλλήλων στα ελληνικά δικαστήρια είναι περίπου 2.000, ενώ στο πρωτοδικείο Αθήνας μένου κενές περίπου 60 θέσεις δικαστών.

Σε δημοσιοποιημένη έκθεση για την Ευρωπαϊκή Δικαιοσύνη, η Ελλάδα εμφανίζεται να δαπανά για τη λειτουργία των δικαστηρίων τα μικρότερα ποσά εκ των οποίων το μεγαλύτερο μέρος αφορά μισθοδοσίες. Έτσι, για το έτος 2008 η κρατική επιχορήγηση στη Δικαιοσύνη είχε φτάσει το ποσό των 357 εκατ. ευρώ, όταν τα αντίστοιχα ποσά της Αυστρίας ήταν 1,17 δισ., της Ελβετίας 1,38 δισ., της Ιταλίας 7,2 δισ., της Ουγγαρίας 1,78 δισ. και της Γαλλίας 6,47 δισ. ευρώ.

Οι Έλληνες δικαστές εμφανίζονται έως αρκετά "καλοπληρωμένοι", αν βέβαια παραλείψει κανείς να εξηγήσει πως οι μισθοί τους αυξάνουν με κάποια αναγκαία για τη δουλειά τους επιδόματα. Ο πρώτος ετήσιος μικτός μισθός Έλληνα δικαστή είναι περίπου 53.000 ευρώ, όταν ο αντίστοιχος στην Αυστρία είναι περίπου 47.000 και στη Γαλλία περίπου 38.000. Ο ετήσιος μισθός των ανώτατων δικαστών και εισαγγελέων στην Ελλάδα φθάνει, ή υπερβαίνει, τα 100.000 χιλιάδες ευρώ.

Στις πρώτες θέσεις των καλύτερα αμειβόμενων δικαστών είναι οι Δανοί, με ετήσιο εισόδημα περίπου 80.000 ευρώ, οι Βέλγοι με 60.000, οι Κύπριοι με 72.000 ευρώ και οι Φιλανδοί με 54.000. Στην προ Μηχανισμού Στήριξης εποχή τα πρωτεία κατείχαν οι Ιρλανδοί με ετήσιες απολαβές 150.000 ευρώ.

Οι Έλληνες δικαστές είναι περίπου 4.000 και οι εισαγγελείς περίπου 600. Σε κάθε έναν δικαστή αντιστοιχούν λιγότεροι από δύο δικαστικοί υπάλληλοι (1: 1,8), ποσοστά από τα μικρότερα της Ευρώπης.