Στις 15 Απριλίου πρόκειται να καθίσουν στο σκαμνί τους κατηγορουμένου οι εμπλεκόμενοι στο σκάνδαλο, μεταξύ των οποίων ο ηγούμενος και οι εμπειρογνώμονες που χάρισαν μια έκταση χιλιάδων στρεμμάτων, που ανήκε στο Δημόσιο..

Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν ανά περίπτωση οι κατηγορούμενοι είναι αυτή της κακουργηματικής απάτης κατά συρροή σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου (αυτή την κατηγορία αντιμετωπίζει ο ηγούμενος της Μονής) και της άμεσης συνέργειας στην προαναφερόμενη πράξη.

Η δικαστική έρευνα όπως γράφει στην 'Πατρίδα' η Ευαγγελία Καρεκλάκη, για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Μονής Τοπλού ξεκίνησε μετά τη μηνυτήρια αναφορά που υπέβαλε στον τότε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γιώργο Σανιδά ο πρώην πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέκος Αλαβάνος. Με βάση την επίμαχη μηνυτήρια αναφορά, το Νοέμβριο του 2008 ο κ. Σανιδάς ζητά από την εισαγγελέα Εφετών Κρήτης Βασιλική Θεοδώρου να διενεργήσει έρευνα για την συγκέντρωση επιπλέον στοιχείων για τη διάπραξη κακουργηματικών πράξεων όπως η απάτη σε βάρος του Δημοσίου εκ μέρους της Μονής, της άμεσης συνέργειας σε απάτη εκ μέρους δασικών υπαλλήλων και πραγματογνωμόνων, της ψευδούς βεβαίωσης εκ μέρους υπαλλήλων της δασικής υπηρεσίας και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδείς βεβαιώσεις εκ μέρους της Μονής Κρήτης.

Τον Απρίλιο του 2009 γίνεται γνωστό ότι η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας σταμάτησε την περιβόητη επένδυση της Μονής καθώς με απόφαση της ακυρώνει τα σχέδια της Βρετανικής εταιρείας.

Η εξέλιξη αυτή που δικαιώνει πανηγυρικά τους 294 πολίτες του Λασιθίου που προσέφυγαν στο ΣτΕ, ανατρέπει πλήρως τον σχεδιασμό και μπλοκάρει τουλάχιστον για κάποια χρόνια κάθε δραστηριότητα στην περιοχή, επιβάλλοντας την εκπόνηση από μηδενική βάση νέων περιβαλλοντικών μελετών.

Τον Ιούνιο του 2009, με το πέρας της προκαταρκτικής έρευνας, συνεδριάζει η Ολομέλεια Εφετών Κρήτης προκειμένου-με βάση την παραγγελία Σανιδά-να αποφασίσει αν η περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης θα πρέπει να ανατεθεί σε ειδικό εφέτη ανακριτή. Η συντριπτική πλειονότητα αποφασίζει ότι δεν χρειάζεται ειδικός εφέτης και έτσι η κύρια ανάκριση ανατίθεται σε τακτικό ανακριτή Χανίων.

Αναλαμβάνει ανακριτής Χανίων και όχι ανακριτής Λασιθίου καθώς θεωρείται ότι το αδίκημα που έχει τελεστεί είναι η απάτη επί του δικαστηρίου με τόπο τέλεσης του αδικήματος τα Χανιά.

Η κύρια ανάκριση ολοκληρώνεται τον Ιούνιο του 2010. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το απολογητικό υπόμνημα που είχε καταθέσει ενώπιον των δικαστικών Αρχών ο ηγούμενος της Μονής Τοπλού. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, αποκαλεί τον κ. Αλαβάνο «Ηρακλή του δημοσίου συμφέροντος» ενώ διατυπώνει την άποψη ότι ο εισαγγελέας δεν κατέληξε στο συμπέρασμα του κατόπιν έρευνας αλλά αποδεχόμενος ως «θέσφατο» τους ισχυρισμούς του νομικού παραστάτη του δημοσίου. Μάλιστα ομολογεί ότι του έχει προξενήσει εντύπωση το γεγονός ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου παρήγγειλε την προκαταρκτική έρευνα υιοθετώντας ανεπιφύλακτα την ανιστόρητη και αβάσιμη θέση ότι στην Κρήτη οι δασικές εκτάσεις ανήκαν στο Οθωμανικό Κράτος και ως τέτοιες περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πηγές ο αρχιμανδρίτης διατυπώνει τη θέση ότι τα όσα υποστηρίζονται είναι επικίνδυνα για το Έθνος αφού από το 1898 δεν υπήρχε Οθωμανικό Δημόσιο στην Κρήτη.

Επίσης θεωρεί προφανέστατα εσφαλμένη την άποψη του κ. Σανιδά ότι αν μία έκταση είναι δασική ανήκει στο Δημόσιο. Στο υπόμνημα του ο ηγούμενος της Μονής Τοπλού εκφράζει την πεποίθηση του ότι η υπόθεση θα πρέπει να τεθεί στο αρχείο, διαφορετικά σε περίπτωση ποινικής δίωξης σε βάρος του, θα πρέπει να καταλάβουν θέσεις συγκατηγορουμένων του όλοι οι δικαστές (πρωτοδίκες, εφέτες και αρεοπαγίτες) που συντάχθηκαν με τις νομικές απόψεις που έχει διατυπώσει και έρχονται σε μετωπική σύγκρουση με εκείνες του κ. Σανιδά.

Με βάση το κατηγορητήριο, οι εμπλεκόμενοι είχαν σκοπό να παραπλανήσουν τους δικαστές που μελετούσαν τις εν λόγω υποθέσεις και να επηρεάσουν την κρίση τους προς όφελος της Μονής Τοπλού ώστε η τελευταία να αποκτήσει ανύπαρκτο δικαίωμα κυριότητας ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε βάρος της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο και πέτυχαν. Οι δικαστές-επισημαίνεται-πείστηκαν για τη νομιμότητα και την ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών του ηγουμένου.