«Πονοκέφαλος» στο οικονομικό επιτελείο από τις αποφάσεις του ΣτΕ

«Πονοκέφαλος» στο οικονομικό επιτελείο από τις αποφάσεις του ΣτΕ

Γράφει η Ντία Μούλου 

Έντονο προβληματισμό έχουν προκαλέσει στο οικονομικό επιτελείο οι τελευταίες αποφάσεις-«βόμβες» του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), που έχουν φέρει τα πάνω-κάτω, με τη λήψη ισοδύναμων μέτρων να θεωρείται επιβεβλημένη από τους δανειστές, προκειμένου να καλυφθούν «οι τρύπες» που προκύπτουν. 

Μετά τη δικαίωση δικαστικών και ενστόλων, την Πέμπτη ήρθε να προστεθεί ακόμη μία απόφαση-«σταθμός», σχετικά με τα ειδικά επιδόματα των πανεπιστημιακών, ενώ ανησυχία στο υπουργείο Οικονομικών δημιουργεί και το γεγονός πως ακόμη εκκρεμούν πολλές προσφυγές στο Ανώτατο Δικαστήριο. 

Κι όλα αυτά, ενώ παραμένει άγνωστο το πότε θα καθαρογραφούν οι συγκεκριμένες αποφάσεις κι ενώ πρέπει να βρεθούν έγκαιρα τα απαραίτητα κονδύλια, αφού τα ισοδύναμα μέτρα τίθενται ως «προαπαιτούμενο» για τη συμφωνία με την τρόικα. 

«Βροχή» δικαιώσεων από το ΣτΕ, ανησυχία στο ΥΠΟΙΚ 

Οι πρόσφατες αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανώτατου Δικαστηρίου δείχνουν μια τάση «αναστροφής» της μέχρι τώρα στάσης, που αφορούσε τη συνταγματικότητα των περικοπών που προέβλεπε το οικονομικό πρόγραμμα, ενώ ακόμη δεν έχει αποσαφηνιστεί πόση «ζημιά» θα δημιουργήσουν στα κρατικά ταμεία. 

Την προηγούμενη εβδομάδα,το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματική τη μείωση των μισθών όλων των Σωμάτων  (στρατιωτικών, αστυνομικών, λιμενικών, πυροσβεστών, κλπ), που έγινε αναδρομικά από τη 1η Αυγούστου 2012. Αυτό σημαίνει πως η κυβέρνηση πρέπει να επαναφέρει τους μισθούς τους στα επίπεδα πριν από τις μειώσεις και να αναπληρώσει τα χαμένα εισοδήματα από 1ης Αυγούστου 2012, γιατί οι μειώσεις αυτές είχαν εφαρμοστεί με αναδρομική ισχύ. 

Ωστόσο, προκειμένου να μην υπάρξει ισχυρό δικαστικό προηγούμενο για άλλες περιπτώσεις, το ΣτΕ μετά τη δικαίωση των ενστόλων, έσπευσε να «οριοθετήσει» την απόφαση, τονίζοντας ότι οι ένστολοι ανήκουν στον σκληρό πυρήνα του κράτους και χρήζουν ειδικής προστασίας και μεταχείρισης σε σχέση με τους άλλους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα. 

Στις αρχές του μήνα, δύο συνθέσεις του Μισθοδικείου  (με προέδρους την αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας Μαρία Σαρπ και τον αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου Γεώργιο Χρυσικό) είχαν κρίνει αντισυνταγματικές τις μειώσεις των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών, ενώ μία από τις συνθέσεις είχε αποφανθεί πως οι δικαστικοί πρέπει να έχουν αφορολόγητο το 25% των ακαθαρίστων αποδοχών τους, όπως συμβαίνει και με τους βουλευτές. 

Οι συγκεκριμένες αποφάσεις δημιουργούν σαφή προβλήματα στην εφαρμογή του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της Ελλάδας, αφού το «κενό» που θα προκύψει υπολογίζεται σε περίπου 350 εκατ. ευρώ για τους ενστόλους και 150-200 εκατ. ευρώ για τους δικαστικούς. 

Από την πλευρά της, η κυβέρνηση διαμηνύει πως η πλήρης επίδραση αυτών των αποφάσεων δεν έχει ακόμη εκτιμηθεί, ενώ σημειώνει ότι ούτως ή άλλως είχε δεσμευθεί ότι θα χορηγούσε μέρισμα από το πρωτογενές πλεόνασμα σε αυτές τις κατηγορίες. Ωστόσο όλα δείχνουν πως η τρόικα θα απαιτήσει νέα μόνιμα μέτρα, ώστε να κλείσει το «κενό» που προκύπτει. Αν όλα αυτά συνυπολογιστούν στα μεγέθη του 2013 τότε, οι δαπάνες τις γενικής κυβέρνησης μπορεί και να εκτροχιαστούν, ενώ σίγουρα εκτός στόχου βρίσκονται οι προβλέψεις για το 2014. 

Κι ενώ οι παραπάνω αποφάσεις για τους δικαστικούς και τους ενστόλους πρέπει να καθαρογραφούν, την Πέμπτη έφτασε στο γραφείο του υπουργού Οικονομικών, Γιάννη Στουρνάρα, η πρώτη απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ με ημερομηνία δημοσίευσης 14 Ιανουαρίου, με την οποία κρίνεται αντισυνταγματική η φορολόγηση των ειδικών επιδομάτων που λαμβάνουν οι πανεπιστημιακοί για την ενημέρωση της βιβλιοθήκης τους και τη συμμετοχή σε συνέδρια, αφού αυτά δεν θεωρούνται εισόδημα. 

Σύμφωνα με το σκεπτικό της Απόφασης, κάθε παροχή που καταβάλλεται στο μισθωτό, με οποιαδήποτε ονομασία (επιχορήγηση, αποζημίωση, επίδομα κλπ.) που, κατά το νόμο ή από τη φύση της, προορίζεται να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της, δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός. Αυτό που μένει πλέον να διευκρινιστεί είναι από πότε το Δημόσιο πρέπει να επιστρέψει ως αχρεωστήτως καταβληθέντα, όσα φορολόγησε παρανόμως, καθώς η προσφυγή επί της οποίας εκδόθηκε η Απόφαση έγινε το 2004, λόγω των σχετικών προβλέψεων νόμου του 2002. 

Επίσης, την Παρασκευή ήρθε ακόμη μία αποφάση-«χαστούκι», αφού το δεύτερο τμήμα του ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικό το ειδικό τέλος μείωσης εκπομπών αερίων ρύπων (ΕΤΜΕΑΡ) που εισπράττεται μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ. 

Πιο συγκεκριμένα, οι σύμβουλοι της Επικρατείας έκριναν ότι το επίμαχο ειδικό τέλος αποτελεί φόρο, μιας και δεν έχει το χαρακτήρα ανταποδοτικού τέλους. Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, το ΕΤΜΕΑΡ, προορίζεται για την αποζημίωση των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ). Με άλλα λόγια, αποτελεί τη συνεισφορά όλων των καταναλωτών ηλεκτρικής ενέργειας στη μείωση εκπομπών αερίων ρύπων μέσω προώθησης των ΑΠΕ και καθορίζεται ανά εξάμηνο με αποφάσεις της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας, ενώ η επιβάρυνση των καταναλωτών αυξάνεται κάθε έξι μήνες και είναι διαφορετική για κάθε κατηγορία πελατών της ΔΕΗ. 

Η τελική απόφαση, λόγω της σοβαρότητας του θέματος, παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του ΣτΕ, ενώ εάν όντως το ειδικό τέλος κριθεί αντισυνταγματικό σημαίνει πως πρέπει επιστραφούν στους καταναλωτές τεράστια ποσά, τα οποία ανέρχονται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Παρόλα αυτά, είναι δύσκολο να υπολογιστεί για την ώρα το ακριβές ποσό, επειδή η χρέωση του ΕΤΜΕΑΡ είναι κλιμακούμενη. 

Ποιες υποθέσεις εκκρεμούν 

Αλλά ο «πονοκέφαλος» για το οικονομικό επιτελείο δεν σταματά εδώ. Στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας εκκρεμούν ακόμη οι προσφυγές των πανεπιστημιακών, που ζητούν να εξαιρεθούν από τις μειώσεις σε αποδοχές και επιδόματα που τους επέβαλε ο νόμος του 2012 για τα λεγόμενα Ειδικά Μισθολόγια, αλλά και αυτές που αφορούν το «ψαλίδι» στο εφάπαξ των δημοσίων υπαλλήλων και των Ταμείων, που δεν λαμβάνουν επιχορηγήσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό. 

Το ενδιαφέρον πάντως είναι κυρίως στραμμένο στις προσφυγές για το εφάπαξ, καθώς αν γίνουν δεκτές, θα προκαλέσουν μεγαλύτερη επιβάρυνση στα δημοσιονομικά από αυτή που προκλήθηκε από τη δικαίωση των ενστόλων. 

Υπενθυμίζεται ότι πρόσφατα το ΣτΕ, γνωμοδοτώντας για τον υπολογισμό του εφάπαξ στο Ταμείο Αρωγής του Λιμενικού Σώματος, απεφάνθη ότι οι εφάπαξ παροχές οφείλουν να είναι ευθέως αναλογικές με τις εισφορές που έχουν καταβληθεί από τους εργαζομένους. Άρα, δεν μπορεί να είναι μικρότερες από τα ποσά που αναλογούν στις εισφορές που έχουν πληρωθεί με βάση τις αποδοχές τους. 

Ταυτόχρονα, αξίζει να σημειωθεί πως το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει ήδη αποφανθεί ότι το εφάπαξ αποτελεί προσωπική περιουσία του ασφαλισμένου, έχει δημιουργηθεί από τις δικές του εισφορές και η όποια μείωσή του προσκρούει σε βασικές διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο