Τον Άρειο Πάγο τον απασχόλησαν τα τηλεπαιχνίδια που προβάλλονται στους τηλεοπτικούς σταθμούς και ειδικά αυτών των καναλιών που είναι τοπικής και μικρής εμβέλειας και οι τηλεθεατές εξαπατούνται περιμένοντας για μεγάλο χρονικό διάστημα στην τηλεφωνική γραμμή προκειμένου να συμμετάσχουν στα τηλεπαιχνίδια, καταβάλλοντας μεγάλα χρηματικά ποσά στις τηλεφωνικές γραμμές υψηλής χρέωσης.

Στην υπ΄ αριθμ. 201/2010 απόφασή του αναφέρει ότι υπεύθυνοι τηλεοπτικού σταθμού «από κοινού παρέστησαν ψευδώς στο θύμα (υποψήφιο παίκτη τηλεπαιχνιδιού) που τηλεφώνησε σε γραμμή υψηλής χρέωσης ότι βρισκόταν σε γραμμή προτεραιότητας και ότι την ίδια στιγμή συμμετείχε στο τηλεπαιχνίδι άλλος παίκτης, ενώ αθέμιτα του απέκρυψαν ότι η τηλεφωνική σύνδεση χρεωνόταν αυξημένα».

Λόγω αυτής της απατηλής συμπεριφοράς των υπευθύνων του τηλεοπτικού σταθμού προκλήθηκε «αιτιωδώς πλάνη στο θύμα που μάταια ανέμενε στην τηλεφωνική γραμμή υψηλής χρέωσης, με προσδοκία συμμετοχής στο τηλεπαιχνίδι, και με αποτέλεσμα να χρεώνεται με υπέρογκα τέλη» επισημαίνεται στην αρεοπαγιτική απόφαση και προστίθεται ότι το περιουσιακό όφελος των υπευθύνων του τηλεοπτικού σταθμού «συνίσταται στην καταβολή, από τον τηλεφωνικό πάροχο προς αυτούς, συμφωνηθέντος συμβατικού ποσού».

Κατόπιν αυτών ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι είναι ορθή και αιτιολογημένη η καταδίκη πνευματικού δημιουργού, διευθυνούσης συμβούλου ραδιοτηλεοπτικής επιχείρησης και διευθυνούσης συμβούλου επιχείρησης παραγωγής και εκμετάλλευσης τυχερού τηλεπαιχνιδιού, αντίστοιχα, για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατά συναυτουργία.

Ακόμη, στην αρεοπαγιτική απόφαση αναφέρεται ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: 1) Σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίηση του οφέλους, 2) Εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, να παραπλανήθηκε κάποιος και να προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, 3) Βλάβη ξένης, κατά το Αστικό Δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και τις παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος.

Τέλος, επισημαίνεται στην απόφαση του Αρείου Πάγου ότι «χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος».