Μέχρι τη Μεγάλη Τετάρτη το δώρο του Πάσχα - Ποινικό αδίκημα η μη καταβολή του

Μέχρι τη Μεγάλη Τετάρτη το δώρο του Πάσχα - Ποινικό αδίκημα η μη καταβολή του

Επιμέλεια: Ντία Μούλου

Μέχρι τη Μεγάλη Τετάρτη το αργότερο καλούνται οι εργοδότες να καταβάλουν στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα το δώρο Πάσχα, ενώ όσοι δεν το πράξουν εμπρόθεσμα κινδυνεύουν με αυτόφωρο και φυλάκιση.

Ήδη από την Παρασκευή καταβλήθηκε το δώρο Πάσχα στους επιδοτούμενους ανέργους του ΟΑΕΔ και τους δικαιούχους της ειδικής παροχής προστασίας, ενώ προπληρώθηκαν και ορισμένα επιδόματα.

Όσον αφορά στους δημοσίους υπαλλήλους και τους συνταξιούχους υπενθυμίζεται πως το δώρο έχει καταργηθεί, αλλά φέτος θα λάβουν τις κοινωνικές παροχές από το πρωτογενές πλεόνασμα που έχουν ανακοινωθεί.

Πώς υπολογίζεται

Για τον υπολογισμό του επιδόματος του Πάσχα λαμβάνεται υπόψιν ο τρόπος αμοιβής των μισθωτών, δηλαδή αν αμείβονται με μισθό ή ημερομίσθιο.

Πιο συγκεκριμένα, το λαμβάνουν όλοι, είτε είναι αμειβόμενοι με μισθό ή ημερομίσθιο, είτε με ποσοστά, με αμοιβή κατ' αποκοπή, με ωρομίσθιο κ.λπ. και ανεξάρτητα με το αν παρέχουν τις υπηρεσίες τους, με πλήρη ή μειωμένη ή εκ περιτροπής σχέση εργασίας. Το ύψος του επιδόματος εορτών Πάσχα είναι συνάρτηση του χρόνου διάρκειας της εργασιακής σχέσης, και του ύψους του ημερομισθίου.

Η χρονική περίοδος που υπολογίζεται το δώρο αρχίζει από την 1 Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου κάθε έτους. Συνεπώς, αν κάποιος εργαστεί ολόκληρο το ανωτέρω χρονικό διάστημα δικαιούται να λάβει μισό μηνιαίο μισθό, αν αμείβεται με μισθό, και 15 ημερομίσθια αν αμείβεται με ημερομίσθιο.

Για τους αμειβόμενους με μισθό, ως ημερομίσθιο, λογίζεται το 1/25ο του μηνιαίου μισθού ή το 1/6 των εβδομαδιαίων αποδοχών με βάση υπολογισμού τις αποδοχές που καταβάλλονται κατά την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα. Στις τακτικές αποδοχές συνυπολογίζεται και το επίδομα αδείας.

Σε περίπτωση που η σχέση εργασίας κάποιου μισθωτού με τον εργοδότη του δεν είχε διάρκεια ολόκληρο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, δικαιούται δώρο ανάλογο με το χρόνο που έχει εργασθεί.

Για τον υπολογισμό του χρόνου εργασίας, συνυπολογίζονται, ο χρόνος υποχρεωτικής αποχής από την εργασία των γυναικών πριν και μετά τον τοκετό, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο εργαζόμενος σπουδαστής έλαβε σπουδαστική άδεια προκειμένου να συμμετάσχει σε εξετάσεις και ο χρόνος άδειας λουτροθεραπείας, εφόσον υπάρχει γνωμάτευση από ασφαλιστικό οργανισμό.

Αν ο μισθωτός ασθένησε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, αφαιρούνται οι ημέρες που έλαβε επίδομα ασθενείας απ' τον ασφαλιστικό φορέα. Συνυπολογίζεται, επίσης, η απασχόληση τις Κυριακές ή τις αργίες, καθώς και η νυκτερινή εργασία.

Δεν υπολογίζονται, οι μέρες κατά τις οποίες ο μισθωτός απείχε από την εργασία του αδικαιολόγητα, καθώς και οι ημέρες που έλαβε άδεια χωρίς αποδοχές ή συνδικαλιστική άδεια.

Επιπλέον, οι μισθωτοί που απασχολούνται σε περισσότερους από έναν εργοδότη, δικαιούνται να το λάβουν από όλους τους εργοδότες τους.

Να σημειωθεί πως το δώρο Πάσχα, δεν επιτρέπεται να καταβληθεί σε είδος, αλλά μόνο σε χρήμα, ενώ για το επίδομα παρακρατούνται εισφορές υπέρ του ΙΚΑ και Φόρος Μισθωτών Υπηρεσιών.

Ποινικό αδίκημα η μη καταβολή του

Η μη καταβολή του δώρου Πάσχα από τους εργοδότες στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, εκτός από παραβίαση της νομοθεσίας, συνιστά και ποινικό αδίκημα, επισύροντας αυτόφωρο και φυλάκιση.

Ειδικότερα, οι εργοδότες που δεν θα δώσουν το δώρο έως τη Μεγάλη Τετάρτη κινδυνεύουν με φυλάκιση έως και 6 μήνες και χρηματικό πρόστιμο από 25% έως και 50% του οφειλόμενου χρηματικού ποσού. Απαραίτητη προϋπόθεση βέβαια για να διωχθεί ο εργοδότης είναι να υπάρξει μήνυση από τους εργαζομένους, τους επιθεωρητές που θα ελέγξουν την παράβαση ή την αστυνομία.

Πιο αναλυτικά, όπως αναφέρεται στην εγκύκλιο, κάθε εργοδότης, διευθυντής, ή εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, που δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους το δώρο Πάσχα, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του υπουργείου Εργασίας (Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας) ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι 6 μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το πόσο δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού. Η εκδίκαση των παραπάνω υποθέσεων γίνεται με τη διαδικασία του αυτοφώρου, όπως προβλέπεται από τα άρθρα 417 επ. του ΚΠΔ.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο