Πόσο ασφαλές είναι να βρίσκεσαι σε μία δημόσια υπηρεσία και γενικότερα σε ένα κτίριο του δημοσίου (σχολείο, νοσοκομείο κ.λπ.) την ώρα που εξελίσσεται ένας σεισμός;

Το ερώτημα προέκυψε μετά τον καταστροφικό σεισμό της Ιαπωνίας, καθώς η Ελλάδα βρίσκεται σε αντίστοιχου βαθμού σεισμικότητας περιοχή, ο πληθυσμός της, όμως, δεν διαθέτει, ούτε κατ' ελάχιστον, την παιδεία των Ιαπώνων για το πώς θα πρέπει να αντιδράσει κανείς τη στιγμή εκείνη. Τι έχει γίνει, όμως, για να μη θρηνήσει η χώρα θύματα, όπως μία δεκαετία πριν, όταν σημειώθηκε ο σεισμός της Πάρνηθας;

«Πρακτικά ελάχιστα, ως προς το κομμάτι της θεραπείας», λέει ο πρόεδρος του Οργανισμού Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας (ΟΑΣΠ), Κοσμάς Στυλιανίδης, και προσθέτει: «Κυρίως ο ΟΣΚ έχει εντοπίσει και καταγράψει προβλήματα σε σχολεία και προχωρεί μέσα από εξασφαλισμένα κονδύλια στη ενίσχυση του φέροντος οργανισμού των κτιρίων αυτών». Ο κ. Στυλιανίδης σημειώνει πως «γενικώς, η κατάσταση των κτιρίων στην Ελλάδα είναι καλή».

Σε ερώτηση για το μέγεθος του σεισμού, βάσει του οποίου προδιαγράφονται τα κτίρια, τονίζει ότι «αυτό που καθορίζει τη στατική επάρκεια είναι ο ''Σεισμός Σχεδιασμού'', δηλαδή ο μέσος αναμενόμενος σεισμός της 50ετίας και όχι ο μεγαλύτερος σεισμός, που αναμένεται στην Ελλάδα».

Το πρόγραμμα καταγραφής και αξιολόγησης της στατικής επάρκειας των κτιρίων που φιλοξενούν δημόσιες υπηρεσίες ξεκίνησε από το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδας το 1996, με επικεφαλής τότε, τον ομότιμο καθηγητή του ΕΜΠ, πολιτικό μηχανικό Θεοδόση Τάσσιο. Η δημιουργία του ΟΑΣΠ, όπως επισημαίνει ο ίδιος, κινήθηκε για την πρώτη άμεση καταγραφή 80.000 κτιρίων μέσα από ένα ερωτηματολόγιο πρωτοβάθμιου ελέγχου (σσ. οπτικού), στο οποίο που κλήθηκαν να απαντήσουν οι αρμόδιες υπηρεσίες. Στο ερωτηματολόγιο αυτό, που κατέτασσε τα κτίρια σε τρεις κατηγορίες (πρώτης, δεύτερης και τρίτης προτεραιότητας παρέμβασης) ανταποκρίθηκε ποσοστό μόλις 10% των διοικήσεων. Δεδομένου ότι από την πλευρά του ΟΣΚ η ανταπόκριση ξεπέρασε το 40%, είναι φανερό ότι ελάχιστα γνωρίζει κανείς για τα δημόσια κτίρια και ιδίως τα δημόσια νοσοκομεία, όπου δεν έχει γίνει καμιά καταγραφή.

Η ολιγορία των αρμοδίων υπηρεσιών ώθησε το ΤΕΕ στην αναζήτηση κάποιων κονδυλίων και τη δημιουργία μίας βάσης δεδομένων από την επεξεργασία των στοιχείων της ΕΣΥΕ και την τροφοδοσία της με παραμέτρους, που δίνουν τη δυνατότητα στους 1036 νέους Καλλικρατικούς δήμους να προχωρήσουν στην αξιολόγηση του κτιριακού τους αποθέματος. Μάλιστα, το Επιμελητήριο προχώρησε σε πιλοτική εφαρμογή του προγράμματος (Εθνικό Πρόγραμμα Αντισεισμικής Ενίσχυσης Υφιστάμενων Κτιρίων) στην Τρίπολη. Στόχος του πιλοτικού προγράμματος ήταν η διαμόρφωση μίας ενεργητικής πολιτικής αντισεισμικής προστασίας. Από την καταγραφή έχει προκύψει ένας σκληρός δίσκος, με δεδομένα των δομικών συστημάτων και των υλικών, με τα οποία έχει κατασκευαστεί μεγάλο δείγμα κτιρίων της πόλης και είναι στη διάθεση του υπουργείου Εσωτερικών για να το διανείμει στους δήμους.

Από την επεξεργασία των στοιχείων προκύπτει ότι σε περίπτωση μεγάλου σεισμού, το μεγαλύτερο πρόβλημα θα αντιμετωπίσουν η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, καθώς θα εμφανιστούν αστοχίες σε 13% και 6% των κτιρίων αντίστοιχα, με μεγάλη πιθανότητα να «αχρηστευθούν» 50% των παραπάνω. Το γεγονός αυτό στηρίζεται στους υφιστάμενους αντισεισμικούς κανονισμούς, καθώς στην συντριπτική τους πλειονότητα τα κτήρια είναι κατασκευασμένα πριν την εφαρμογή του ΓΟΚ του '85. Πολλά, δε, έχουν κτιστεί και πριν το 1959, όταν δεν υπήρχαν καν αντισεισμικές προδιαγραφές.

Σημειώνεται ότι τα κτίρια πριν το 1985 είναι ήδη ηλικίας 30 ετών και το μπετόν έχει χρόνο ζωής 50 χρόνια. Ένα κτίριο με φέροντα οργανισμό από μπετόν και χάλυβα, στα 70 χρόνια μπορεί ακόμη και να καταρρεύσει, χωρίς καν να γίνει σεισμός.

Στην τεκμηρίωση αυτή στηρίχθηκε και η ρύθμιση για την «τακτοποίηση» των ημιυπαίθριων, που επικαλέσθηκε το ΥΠΕΚΑ και έγινε δεκτή από το Συμβούλιο της Επικρατείας.