Την έλλειψη επιστημονικά τεκμηριωμένου σχεδίου για τη συνολική αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος και ιδιαίτερα της βαθμίδας του Λυκείου, διαπιστώνουν οι καθηγητές Πανεπιστημίου σε σημερινή ανακοίνωση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας τους (ΠΟΣΔΕΠ) που αναφέρεται στις πρόσφατες εξαγγελίες της υπουργού Παιδείας, για τις αλλαγές στα λύκεια.

Οι πανεπιστημιακοί τονίζουν ότι το προωθούμενο “μοντέλο” είναι όχι μόνο χαμηλού κόστους, αλλά και “με μεγάλη μείωση των απαιτούμενων δαπανών”. Και προσθέτουν: “Η επιστροφή στο μοντέλο των τεσσάρων εξεταζόμενων μαθημάτων, σε συνδυασμό με την έλλειψη ουσιαστικών αλλαγών στα αναλυτικά προγράμματα και στο διδακτικό υλικό, θα οδηγήσει στη διαιώνιση της λειτουργίας του Λυκείου ως πεδίου εξεταστικού ανταγωνισμού και ως προθαλάμου εισαγωγής στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα με προφανή τη διόγκωση της παραπαιδείας. Παράλληλα, θετικές παράμετροι των προτάσεων αυτών, όπως ο καθορισμός συντελεστών στα εξεταζόμενα μαθήματα από τα ΑΕΙ, ή η ένταξη της επιστημονικής εργασίας στο Λύκειο, υπονομεύονται από την απουσία προσδιορισμού των κριτηρίων πρόσβασης στα ΑΕΙ η πρώτη, και από την έλλειψη σχεδιασμού επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών που θα κληθούν να υλοποιήσουν τις αλλαγές αυτές, η δεύτερη. Είναι προφανές ότι χωρίς την απαραίτητη επιμόρφωση με στόχο την αλλαγή των διδακτικών μεθοδολογιών και πρακτικών δεν υπάρχει δυνατότητα εισαγωγής της επιστημονικής εργασίας στο Λύκειο”.

Ιδιαίτερα σκληρό είναι το ύφος που χρησιμοποιούν οι πανεπιστημιακοί αναφερόμενοι στην “πολιτική του υπουργείου για το είδος του πολίτη που επιθυμεί να διαμορφώσει” . Αναφέρονται συγκεκριμένα στη “διατήρηση του μαθήματος των θρησκευτικών στο λύκειο και μάλιστα τόσες ώρες, όσες και το μάθημα της Ιστορίας, ενώ δεν συμπεριλαμβάνεται στα “υποχρεωτικά” η ενασχόληση των νέων με τις τέχνες και τον πολιτισμό. Από ένα Λύκειο πολύπλευρης καλλιέργειας και σύγχρονων προσεγγίσεων για την επιστήμη, την ιστορία και τον πολιτισμό που ζητούμε ως επιστημονική κοινότητα, μεταβαίνουμε σ’ ένα Λύκειο δήθεν “εμβάθυνσης”, αλλά ουσιαστικά αναπαραγωγής των ίδιων γνωστικών και μαθησιακών αποτελεσμάτων που διαπιστώνουμε ως ακαδημαϊκοί δάσκαλοι τις τελευταίες δεκαετίες”.