Η μετακίνηση ηλικιωμένων ατόμων από τις μητροπολιτικές περιοχές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης προς τις νησιωτικές και παραθαλάσσιες περιοχές είναι μία τάση που φάνηκε αρκετά έντονα τη δεκαετία του 1990.

Η μεγάλη πλειοψηφία των ηλικιωμένων μεταναστών αποτελείται από "εσωτερικούς" μετανάστες και πρόκειται κυρίως για άτομα που εγκατέλειψαν την Περιφέρεια Αττικής, το Νομό Θεσσαλονίκης και πιθανότατα και άλλα αστικά κέντρα της χώρας και εγκαταστάθηκαν κυρίως στα νησιά των Κυκλάδων, τα Δωδεκάνησα, την Κρήτη, τα Ιόνια νησιά, την Ήπειρο και τμήμα της Πελοποννήσου.

Τα παραπάνω στοιχεία περιέχονται σε μελέτη του Βασίλειου Γαβαλά, λέκτορα στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και της Έφης Κωστοπούλου, λέκτορα επίσης του ίδιου πανεπιστημίου. Η συγκεκριμένη μελέτη, που δημοσιεύεται στα "Δημογραφικά Νέα" του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, ανιχνεύει τη μετανάστευση των συνταξιούχων από τα αστικά κέντρα προς την επαρχία.

Αιτίες μετανάστευσης

Οι απώλειες πληθυσμού ηλικιωμένων, που σημειώθηκαν στην Περιφέρεια Αττικής και το Νομό Θεσσαλονίκης κατά τη δεκαετία του 1990, μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι έως ένα βαθμό, οι απώλειες αυτές οφείλονται στην επιστροφή συνταξιούχων στον τόπο καταγωγής τους, με το τέλος της επαγγελματικής τους καριέρας στις μητροπολιτικές περιοχές Αθηνών και Θεσσαλονίκης, διαπιστώνουν οι δύο καθηγητές.

Ειδικότερα, όσον αφορά την Περιφέρεια Αττικής, μια σειρά από οικονομικούς-αναπτυξιακούς παράγοντες κατέστησαν μεταπολεμικά την ευρύτερη περιοχή της Αθήνας πόλο έλξης ανθρώπων που αναζητούσαν καλύτερες ευκαιρίες απασχόλησης και οδήγησαν στον υδροκεφαλισμό της πρωτεύουσας.

Ανάλογη έλξη, αν και με σαφώς διαφοροποιημένη ένταση, άσκησαν στον αγροτικό πληθυσμό και τα περισσότερα αστικά κέντρα της χώρας, για τα οποία δεν γνωρίζουμε, όμως, αν χάνουν πληθυσμό ηλικιωμένων ή όχι, καθώς η ανάλυση των δύο ερευνητών περιορίζεται σε επίπεδο Περιφέρειας.

Σε επίπεδο Περιφέρειας, η προαναφερθείσα υπόθεση (η επιστροφή τμήματος των συνταξιούχων στον τόπο καταγωγής τους, μετά τη συνταξιοδότησή τους) ενισχύεται από την ισχυρή αρνητική συσχέτιση που υπάρχει ανάμεσα στο βαθμό αστικοποίησης της κάθε Περιφέρειας και την καθαρή μετανάστευση των ηλικιωμένων.

Ένας άλλος παράγοντας, που πιθανότατα ενίσχυσε τη μετανάστευση των ηλικιωμένων στην εξεταζόμενη δεκαετία, είναι και το γεγονός ότι όλο και περισσότεροι ηλικιωμένοι λαμβάνουν εργασιακή σύνταξη σήμερα απ’ ό,τι σε προηγούμενες δεκαετίες, καθώς το ποσοστό ανασφάλιστων εργαζομένων περιορίστηκε τόσο στην Ελλάδα όσο και στις άλλες αναπτυγμένες χώρες.

Το γεγονός αυτό, συμπεραίνεται, δίνει στα ηλικιωμένα άτομα την οικονομική δυνατότητα να μετακινηθούν από τον τόπο της τελευταίας εργασίας τους, επιλέγοντας ταυτόχρονα τον νέο τόπο εγκατάστασης τους.

Ο παράγοντας κλίμα επηρεάζει πιθανόν την επιλογή του τόπου εγκατάστασης των ηλικιωμένων. Μπορούμε έτσι να υποθέσουμε- σημειώνουν οι δύο ερευνητές- ότι η επιλογή των περιοχών εσωτερικής μετανάστευσης σχετίζεται και με κλιματικά κριτήρια, καθώς "προτιμώνται" περιοχές με μεσογειακό ή ορεινό κλίμα, περιοχές που συνδυάζουν κλιματικές συνθήκες, που δεν επιβαρύνουν τον ανθρώπινο οργανισμό, όπως θα συνέβαινε σ' ένα μεγάλο αστικό κέντρο, με την επικράτηση παρατεταμένων επεισοδίων καύσωνα κατά τους θερινούς μήνες.

Συμπεράσματα

Η παρούσα μελέτη τεκμηριώνει την αρνητική σχέση που υπάρχει μεταξύ βαθμού αστικοποίησης μιας περιοχής και μετανάστευσης των ηλικιωμένων, κάτι που μας οδηγεί να υποθέσουμε ότι η κινητικότητα ατόμων ηλικίας 65+ στη δεκαετία του 1990 είναι μέρος μιας παλίνδρομης κίνησης, που άρχισε τις δεκαετίες του 1950 και του 1960,με την αναζήτηση εργασίας από νέους ανθρώπους στα αστικά κέντρα της χώρας και επιστροφή στον τόπο καταγωγής τους με το τέλος της επαγγελματικής τους καριέρας.

Ταυτόχρονα, για την επιλογή του τόπου εγκατάστασης των συνταξιούχων φαίνεται να παίζει ρόλο και το κλίμα της περιοχής (οι περιοχές με μεγάλες διαφορές θερμοκρασίας μεταξύ χειμώνα και καλοκαιριού πιθανότατα αποφεύγονται από τους συνταξιούχους, ενώ προτιμώνται περιοχές με ήπιους χειμώνες και σχετικά δροσερά καλοκαίρια).

Η ίδια τάση, ακόμη πιο έντονη, παρατηρείται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπου οι ηλικιωμένοι αποσύρονται σε περιοχές με ευχάριστο κλίμα και καλή ποιότητα ζωής, όταν λαμβάνουν την εργασιακή τους σύνταξη. Οι περιοχές αυτές ενδέχεται να βρίσκονται και εκτός των συνόρων, κυρίως στο μεσογειακό νότο, όπου το κλίμα είναι ηπιότερο.

Η κύρια επίπτωση της πληθυσμιακής κινητικότητας των συνταξιούχων είναι η ηλικιακή ανισορροπία στη γεωγραφική κατανομή του πληθυσμού της Ελλάδας, με αποτέλεσμα οι Περιφέρειες που προτιμώνται από τους μετακινούμενους ηλικιωμένους να έχουν σαφώς υψηλότερα ποσοστά γεροντικού πληθυσμού από τις υπόλοιπες.

Σε συνδυασμό με την τάση των νέων να μεταναστεύουν στα αστικά κέντρα, μικρές κοινότητες μπορεί να αντιμετωπίζουν ακόμη και έλλειψη εργατικών χεριών, ενώ η αύξηση της ζήτησης υπηρεσιών υγείας από τους ηλικιωμένους είναι μία άλλη παράμετρος που πρέπει να ληφθεί υπόψη από τους πολιτικούς σχεδιαστές, ώστε να ενισχυθούν οι υποδομές των νησιωτικών και απομονωμένων περιοχών τις οποίες χρειάζονται οι συνταξιούχοι.

Δεδομένου δε ότι το μοτίβο πληθυσμιακής μετακίνησης των συνταξιούχων θα παραμείνει το ίδιο και ίσως ενταθεί στο προσεχές μέλλον, θα ήταν σκόπιμο οι επιπτώσεις αυτής της κινητικότητας να ληφθούν υπόψη στις πολιτικές που αφορούν την οικονομική ανάπτυξη, την απασχόληση και τις υπηρεσίες υγείας στις περιοχές που εγκαθίστανται ηλικιωμένοι.