«Πυρήνες»: Δεν θα απολογηθούμε

«Πυρήνες»: Δεν θα απολογηθούμε

Την πρόθεσή τους να μην απολογηθούν, στο πλαίσιο της δίκης που είναι σε εξέλιξη στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού έκαναν γνωστή οι φυλακισμένοι της Συνωμοσίας των Πυρήνων της Φωτιάς, με κείμενό τους στο Διαδίκτυο. 

Στην προκήρυξη με τίτλο «Οπλίζοντας την άρνηση», τα φυλακισμένα μέλη της οργάνωσης προειδοποιούν ακόμη με ανασυγκρότηση της Συνωμοσίας των Πυρήνων της Φωτιάς.

Όπως αναφέρουν στο κείμενό τους «δεν έχουμε ανάγκη λοιπόν να “υπερασπιστούμε” ατομικά τον εαυτό μας με προσωπικές “απολογίες”. Ότι είπαμε ισχύει και ο πόλεμος συνεχίζεται…».

Ακόμη, σχετικά με την άρνησή τους να απολογηθούν, ο συντάκτης του κειμένου σημειώνει ότι «για αυτό δεν έχουμε να πούμε τίποτα στο δικαστήριο παρά μόνο να δηλώσουμε ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΠΟΛΗΣ και να στηρίξουμε με όλη την δύναμη και την καρδιά μας ΟΛΕΣ τις επιθέσεις της Σ.Π.Φ. για τις οποίες κατηγορούμαστε. Οι επιθέσεις αυτές είναι κομμάτι του εαυτού μας και ο εαυτός μας είναι κομμάτι των επιθέσεων».

Αναλυτικά το κείμενο:

«ΟΠΛΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ

Το μέτριο σκοτώνει. Για εμάς δεν υπάρχει μέση οδός. Κάποιος που λέει πως είναι αναρχικός, βρίσκεται μπροστά σε ένα αποφασιστικό δίλλημα ή να πράξει ή να σωπάσει και να εγκαταλείψει την αναρχία. Γιατί Αναρχία απ’ τα μετόπισθεν της νομιμότητας και των μισόλογων δεν γίνεται.

(ακυκλοφόρητο κείμενο της Σ.Π.Φ.)

I. Συμβολισμοί μέσα στις συμπτώσεις

Μετά από περίπου δύο χρόνια η τρίτη δίκη του κράτους εναντίον της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς φτάνει στο τέλος της. Η θεατρική παράσταση του δικαστηρίου φτάνει στην κορύφωση της με την “ιερή” πράξη των απολογιών.

Δεν είναι τυχαίος ο συμβολισμός των λέξεων. Πράγματι για τον νομικό πολιτισμό, η απολογία θεωρείται “ιερό” δικαίωμα του κατηγορουμένου. Θυμίζει την εξομολόγηση του πιστού στον ιερέα. Είναι η υπέρτατη στιγμή της αποθέωσης της δικαστικής εξουσίας, πριν την απόφαση. Ο κατηγορούμενος καλείται να προσκυνήσει τους δικαστές του (συμπτωματικά στην ελλάδα πάνω από τα κεφάλια των δικαστών υπάρχει η χριστιανική εικόνα του “Υιού του Θεού”. Οι συμπτώσεις αφήνονται στην οξυδέρκεια του καθενός) και να παρακαλέσει για συγχώρεση των ποινικών αμαρτιών, για επιείκια είτε ακόμα και για δικαίωση. Στη γλώσσα των συμβολισμών πάντα προτιμούσαμε τους αιρετικούς εικονοκλάστες απ’ την δικαιοσύνη της ιεράς εξέτασης. Στον κόσμο του πραγματικού είμαστε αναρχικοί μηδενιστές και δεν πρόκειται να απολογηθούμε σε κανέναν δικαστή.

II. Σταυροδρόμια της μνήμης και της άρνησης

Η άρνηση μας να απολογηθούμε στους δικαστές δεν είναι βέβαια μία αποκομμένη στιγμή, αλλά κομμάτι της εξεγερτικής ιστορίας των αναρχοατομικιστών της πράξης. Η εμπειρία περασμένων εποχών, μας φέρνει σήμερα κοντά με τους συντρόφους απ’ το παρελθόν τον Εμιλ Ανρύ, τον Ραβασολ, τον Κλεμαν Ντιβαλ, τον Μάριο Ζακομπ, τον Βαγιαν, τον Σεβερίνο Τζιοβάνι και δεκάδες ακόμα αιώνια εξεγερμένες ψυχές.

Τότε αυτοί οι σύντροφοι χρησιμοποιούσαν το βήμα του δικαστηρίου για να ακουστεί η φωνή της εξέγερσης και να σπάει ο φόβος της εξουσίας. Οι “απολογίες” τους αντέστρεψαν τους όρους ήττας της αιχμαλωσίας και μετατρέπονταν σε «κατηγορητήριο» ενάντια στους δικαστές, στους παπάδες και στην εξουσία της εποχής. Παράλληλα το περιφρονητικό τους χαμόγελο μπροστά στην γκιλοτίνα χάραξε ανεξίτηλη ουλή άρνησης και ανυπακοής στον κόσμο της υποτέλειας..

Όμως θα ήταν αφελής μία ιστορική αγιοποίηση των συντρόφων περασμένων εποχών. Άλλωστε η αγιοποίηση το μόνο που παράγει είναι ιερατεία και πιστούς.

Τώρα είναι η δικιά μας εποχή και οφείλουμε να ακονίσουμε τις δικές μας προκλήσεις στο σήμερα.

Σήμερα δεν χρειαζόμαστε απαραίτητα το βήμα κάποιου δικαστηρίου για να σπάσει η φωνή μας τα τείχη της αιχμαλωσίας. Ο ψηφιακός τεχνολογικός φασισμός εκτός από τον βίαιο κατακλυσμό της κυρίαρχης εικόνας και της καθεστωτικής προπαγάνδας του ιντερνετ διαθέτει χαραμάδες (παρά τις προσπάθειες της εξουσίας να θωρακιστεί πλήρως) που «μολύνονται» από τον αναρχικό λόγο και την διάχυση του.

Κάθε εποχή λοιπόν οφείλει να ανακαλύπτει τις δικές της αρνήσεις. Δεν έχουμε κανέναν λόγο να μένουμε προσκολλημένοι σε μία παράδοση που θέλει τους αιχμαλώτους αναρχικούς να απολογούνται πολίτικά ενώπιον των δικαστών τους.

Αυτές οι απολογίες που μέχρι χθες ήταν μία ριζοσπαστική χειρονομία ενάντια στο δικαστήριο, σήμερα μπορεί να καταλήξουν να είναι μία στείρα προσκόλληση στη παράδοση και μία αγιοποίηση του παρελθόντος δίχως εξέλιξη και προοπτική.

Η εμμονή με το παρελθόν και η εξιδανίκευση και ο μιμητισμός του αντί να αξιοποιούν την ριζοσπαστική παράδοση, την συντηριτικοποιούν και την μετατρέπουν σε «θρησκευτικό» δόγμα. Ιδιαίτερα σήμερα που ένα μεγάλο κομμάτι του αναρχικού χώρου επιλέγει να σερβίρει στον εαυτό του ξαναζεσταμένο μαρξισμό και φαντασιώσεις λαϊκών ξεσηκωμών, οι αναρχικοί ένοπλοι αντάρτες δεν έχουμε κανένα λόγο να ακολουθήσουμε την ηθική του πολιτικού καθωσπρεπισμού που θέλει οπωσδήποτε τους πολιτικούς κρατουμένους να “απολογούνται” απέναντι στους δικαστές τους. Οι δικαστές όλων των αποχρώσεων (συντηρητικοί, φασίστες δημοκράτες) είναι θεσμικοί εκπρόσωποι της εξουσίας και έχουν διαλέξει στρατόπεδο. Δεν υπάρχουν περιθώρια διαλεκτικής, παρά μόνο μία εμπόλεμη συνθήκη ανάμεσα στο κόσμο που εκπροσωπούν αυτοί και στις αξίες που εκφράζουμε εμείς. Δύο χρόνια που παραβρεθήκαμε στη συγκεκριμένη δίκη υπερασπιστήκαμε αμετανόητα όλες τις επιθέσεις της οργάνωσης μία προς μία.

Αναδείξαμε τους λόγους για τους οποίους πραγματοποιηθήκαν, στηρίξαμε για μία ακόμα φορά την επιλογή του αναρχικού αντάρτικου πόλης, απομυθοποιήσαμε την παντοδυναμία της αστυνομίας, στιγματίσαμε τις ραδιουργίες της αντιτρομοκρατικής, αποσαφηνίσαμε επανειλημμένως την μη συμμετοχή των υπολοίπων κατηγορουμένων στην αναρχική ένοπλη δράση της Συνομωσίας Πυρήνων της Φωτιάς, εκφράσαμε την αλληλεγγύη μας στους φυλακισμένους συντρόφους διεθνώς, στηρίξαμε δημόσια ένοπλες ενέργειες (π.χ. βόμβα του παράνομου τομέα της Σ.Π.Φ. στην διευθύντρια των φυλακών κορυδαλλού) με αποτέλεσμα να χρεωθούμε ως αντίποινα από το κράτος την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας στο «σχέδιο Φοίνικας» και γενικότερα δεν αφήσαμε ούτε ένα εκατοστό ανακωχής στον πόλεμο με τον εχθρό.

Όλα αυτά είναι κομμάτι της ανειρήνευτης επιλογής να μην αφήσουμε την γλώσσα του εχθρού να συκοφαντήσει, να βρωμίσει με ψέματα και να διαστρεβλώσει την δράση μας. Ο λόγος και η στάση μας δραπέτευσαν απ’ τα στενά όρια της δικαστικής αίθουσας των φυλακών και με την συνέργεια των ριζοσπαστικών μέσων αντιπληροφόρησης και των αναρχικών μεταφραστικών δικτύων βγήκε δημόσια.

Δεν έχουμε ανάγκη λοιπόν να “υπερασπιστούμε” ατομικά τον εαυτό μας με προσωπικές “απολογίες”. Ότι είπαμε ισχύει και ο πόλεμος συνεχίζεται…

III. Παραμένοντας Αμετανόητοι

Φυσικά όπως έχουμε ξαναγράψει αυτή είναι πλέον η ατομική και συλλογική μας θέση και όχι μια νέα ιερή αλήθεια “υπερεπαναστατικότητας” που θέλουμε να επιβάλουμε στον οποιοδήποτε. Για αυτούς που δεν συνθηκολογούν με τον εχθρό και αναλαμβάνουν την πολιτική ευθύνη της ένοπλης δράσης και της αναρχικής εξέγερσης, τα λόγια μπορεί να διαφέρουν (μερικές φορές πάρα πολύ), αλλά η συνέπεια της εξεγερτικής πράξης είναι αυτό που μετράει. Αν κάποιοι λοιπόν θέλουν ακόμα και για λόγους αισθητικής και προσωπικής ικανοποίησης να “απολογηθούν” για να εκτοξεύσουν ένα χείμαρρο προσβολών και απαξίωσης, ενάντια στην δικαστική εξουσία, προφανώς στηρίζουμε μία τέτοια επιλογή. Το ίδιο ισχύει και για τους αγωνιστές που μέσα από τον πολιτικό τους λόγο ακυρώνουν στην ουσία τους δικαστές και αναδεικνύουν πως η εξέγερση ούτε δικάζεται, ούτε φυλακίζεται…Για εμάς το πραγματικό πρόβλημα προκύπτει όταν κάποιοι από την μία θέλουν να διατηρήσουν το δημόσιο αναρχικό προφίλ τους και από την άλλη θέλουν να κερδίσουν (απ’ την δικαστική εξουσία που υποτίθεται ότι αρνούνται) τα νομικά ελαφρυντικά και επικαλούνται τις νομικές παρατυπίες με σκοπό όχι μόνο να αναδείξουν τις μεθοδεύσεις της καταστολής αλλά να πετύχουν και ευνοϊκότερες ποινές. Τότε είναι πραγματικά που η εξουσία θριαμβεύει και γελάει με τις αοριστίες, τα μισόλογα, τις δικαιολογίες και τις αντιφάσεις των πρώην αντιπάλων της.

Γιατί δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο απ’ το να λες ως αναρχικός ότι έχεις εξαπολύσει πόλεμο ενάντια στο κράτος και μετά να το ικετεύεις για επιείκια και ελαφρυντικά.

Κάποιοι βέβαια μπορεί να κερδίσουν έτσι μία ανάπηρη ελευθερία ή μια μικρότερη ποινή. Όμως για εμάς η μνήμη είναι ο αυστηρότερος “δικαστής” του εαυτού μας. Η μνήμη της υπόσχεσης αυτών που είπαμε και αυτών που πράξαμε. Η μνήμη της υπόσχεσης αυτών που λέμε και αυτών που θα κάνουμε.

Για αυτό δεν έχουμε να πούμε τίποτα στο δικαστήριο παρά μόνο να δηλώσουμε ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΠΟΛΗΣ και να στηρίξουμε με όλη την δύναμη και την καρδιά μας ΟΛΕΣ τις επιθέσεις της Σ.Π.Φ. για τις οποίες κατηγορούμαστε. Οι επιθέσεις αυτές είναι κομμάτι του εαυτού μας και ο εαυτός μας είναι κομμάτι των επιθέσεων.

Αρνούμαστε να απολογηθούμε, να ζητιανέψουμε ελαφρυντικά, να καλέσουμε μάρτυρες προσωπικής (κι όχι πολιτικής) υπεράσπισης γιατί αρνούμαστε να υποδυθούμε τον ρόλο του κατατρεγμένου που βρίσκεται σε διαρκή θέση άμυνας.

Δεν αποδεχόμαστε την ηθική του αδύναμου και την αισθητική του θύματος που αναζητάει υπεράσπιση.

Βαρεθήκαμε αυτό το διαρκές κρύψιμο πίσω από τις λέξεις που αφοπλίζουν την επικινδυνότητα της Αναρχίας μιλώντας απλά για πολιτική δίωξη της ιδεολογίας. Η Αναρχία δεν είναι ιδεολογία που αραχνιάζει στα ράφια βιβλιοθηκών, είναι τρόπος ζωής ενάντια στην νομιμότητα.

Το βελούδινο πραξικόπημα της δημοκρατίας συνήθως δεν έχει ανάγκη να καταδιώκει ιδέες, αλλά κυρίως ανθρώπους που με τις πράξεις προσπαθούν να είναι συνεπείς με τις ιδέες τους.

Αυτό πράξαμε και εμείς, δημιουργώντας μια αναρχική συνωμοσία φιλίας, συντροφικότητας, επίθεσης… Έτσι γεννήθηκε το νέο αναρχικό αντάρτικο πόλης, έτσι συνεχίζει να υπάρχει η Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς. Με τις επιθέσεις μας χτυπάμε τους αξιωματούχους του συστήματος και τα σύμβολα του, καταστρέφουμε τραπεζικούς ναούς του χρήματος, πυρπολούμε κομματικά γραφεία, επιτεθόμαστε σε ιδιωτικούς φύλακες και εταιρείες security, βάζουμε βόμβες σε φυλακές, σε δικαστήρια, σε κέντρα κράτησης, σε φασίστες, σε Βουλή, σε αστυνομικά τμήματα, σε εκκλησίες, σε σπίτια υπουργών, στέλνουμε εκρηκτικά σε πρεσβείες και αρχηγούς κρατών, ανατινάζουμε στρατιωτικά οχήματα και μιλιταριστικούς στόχους καίμε γραφεία εφημερίδων και αυτοκίνητα δημοσιογράφων, επιλέγοντας να ζήσουμε στην άνομη πλευρά της ζωής μακριά από την αισθητική του χρήματος και την ηθική της εξουσίας, ενάντια στα τεχνολογικά δεσμά του ψηφιακού κόσμου και την μάζα των υπηκόων, κόντρα στη κουλτούρα των συμβιβασμών και στον πολιτισμό της εκμετάλλευσης της φύσης και των ζώων.

Απ’ την στιγμή που διαλέξαμε τον δρόμο του αναρχικού αντάρτικου πόλης γνωρίζαμε προκαταβολικά την πιθανότητα να συναντηθούμε είτε με τον θάνατο σε μία συμπλοκή είτε με μια μακροχρόνια ποινή αιχμαλωσίας. Όμως τουλάχιστον ακόμα και αν αυτή τη στιγμή είμαστε αιχμάλωτοι της εξουσίας γνωρίζουμε ότι δεν ζήσαμε σαν σκλάβοι.

Γιατί ο αιχμάλωτος όταν βρει τον τρόπο να αποδράσει θα το κάνει, ενώ ο σκλάβος ακόμα και αν βρει την πόρτα ανοιχτή θα μείνει στο κελί του.

Γι’ αυτό δεν μετανιώνουμε ούτε μία στιγμή της συνωμοσίας και της εξέγερσης μας. Χίλιες φορές να μας καταδικάσουν τα δικαστήρια όλου του κόσμου, χίλιες φορές τα ίδια θα κάναμε. Χίλιες φορές να γύρναγε ο χρόνος πίσω, χίλιες φορές την ίδια ζωή θα διαλέγαμε με ακόμα πιο πολλές εντάσεις και ακόμη περισσότερες επιθέσεις.

IV. Ενάντια στους ωρολογοποιούς και στους έμπορους ιδεολογιών

Έχουμε εγκαταλείψει πλέον οριστικά τις ψευδαισθήσεις. Γνωρίζουμε πως τα λόγια μας δεν απευθύνονται στους πολλούς. Οι πολλοί προτιμούν να φαντασιώνονται τον ιλουστρασιόν τρόπο ζωής που εμπορεύεται τις αξίες του κόσμου τους διαφημίζοντας την ευτυχία σε σχήμα κινητού τηλεφώνου και στις ρόδες του τελευταίου μοντέλου αυτοκινήτου.

Δεν είμαστε όμως έμποροι ιδεολογιών για να πασχίζουμε να κερδίσουμε ένα ευρύτερο πλήθος καταναλωτών.Επίσης δεν είμαστε ωρολογοποιοί για να μετράμε τον χρόνο και τις επιλογές μας με το ρολόι των ώριμων αντικειμενικών συνθηκών και των ξυπνητηριών της υποτιθέμενης κοινωνικής αφύπνισης. Για εμάς ο χρόνος είναι τώρα και ο τόπος εδώ. Απευθυνόμαστε σε όσους έχουν αυτιά για να ακούσουν και καρδιά για να νιώσουν. Έτσι δημιουργούμε τις πιθανότητες μιας ατομικής υπαρξιακής βίαιης ένοπλης εξέγερσης που θέτει τις αυθεντικές βάσεις για την συλλογική ανατροπή του υπάρχοντος.

Όλα τα άλλα που προέρχονται από την ρεφορμιστική – αντιένοπλη τάση είναι πολιτικαντισμός και φθηνές δικαιολογίες για να καλυφθεί η αδράνεια και η αναστολή της δράσης.

Σήμερα στην ελλάδα το αναρχικό αντάρτικο πόλης δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο την σιδερένια κρατική καταστολή, αλλά και την συκοφαντία των αναρχοπατέρων της αντι-ένοπλης τάσης του αντιεξουσιαστικού χώρου. Έτσι εξηγείται και η μεγάλη αντίφαση των ημερών μας. Ενώ οι αμετανόητοι αντάρτες πόλης αναλαμβάνουν την ευθύνη των επιθέσεων εναντίον της εξουσίας καταργώντας την θλιβερή παράδοση των περασμένων δεκαετιών που εμφάνιζε τους αναρχικούς ως μόνιμα θύματα της καταστολής πίσω από την γραφικότητα του μοτίβου “διώκομαι για τις ιδέες μου”, “τυχαία πέρναγα από εκεί…” την ίδια στιγμή συναντούν την πολεμική, την περιθωριοποίηση και την συκοφαντία από μια μεγάλη ρεφορμιστική τάση που παρασιτεί εντός των αναρχικών κύκλων και κινείται όλο και πιο πολύ στα πλαίσια του εναλλακτισμού, της καταγγελίας, της εσωστρέφειας και του αυτοεγκλωβισμού στον μικρόκοσμο των νησίδων ψευδοελευθερίας. Δεν είναι τυχαίο που σήμερα σε αρκετές περιπτώσεις οι ρεφορμιστές αναρχικοί αφοπλίζουν τις αυτοοργανωμένες αντιθεσμίσεις (π.χ. καταλήψεις) και τις μετατρέπουν από μέσο της πολυμορφίας του αγώνα σε αυτοσκοπό. Όμως μία κατάληψη που αποσυνδέεται από την βίαιη αναρχική άμεση δράση και απλώς αναπαράγει τον εαυτό της ως νησίδα ελευθερίας σύντομα θα καταλήξει να μετατραπεί σε μια εναλλακτική ακίνδυνη υποκουλτούρα ενός ψευδοαναρχικού lifestyle. Έτσι υποχωρεί η πρακτική του ένοπλου αγώνα και του σαμποτάζ και θριαμβεύει η παραίτηση και η μιζέρια.

Σε αυτό το πλαίσιο της ηττοπάθειας των ημερών μας διάφοροι αναρχοπατέρες μας χρεώνουν ότι με την απολυτότητα της στάσης μας στα δικαστήρια, αφήνουμε την καταστολή να αυθαιρετεί και να καταργεί τα «δικαιώματα» μας.

Η αλήθεια είναι πως ακριβώς επειδή αρνούμαστε τον συμβιβασμό, έχουμε επιλέξει την “νομική αυτοκτονία” γιατί πρώτα έχουμε σκοτώσει την ηθική του νόμου μέσα μας.
Το γεγονός ότι αδιαφορούμε για τις πολυετείς καταδίκες μας δεν γίνεται γιατί έχουμε ανοσία στην αιχμαλωσία αλλά γιατί το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι η συνέχιση της εξέγερσης μας.

Μιας εξέγερσης που καμία φυλακή και κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να υποτάξει.

Αν λοιπόν τον περασμένο αιώνα έστηναν γκιλοτίνες και κρεμάλες για τους αναρχικούς της πράξης, σήμερα κτίζουν απομονώσεις, ειδικές πτέρυγες και φυλακές υψίστης ασφαλείας. Έτσι περάσαμε από την αμεσότητα του δήμιου στον αργό θάνατο του τσιμέντου, των καγκέλων και των κλειδαριών. Όμως εδώ είναι που ξανασυναντιόμαστε με τους συντρόφους απ’ το παρελθόν.

Εδώ είναι που οι αρνήσεις οπλίζονται. Εδώ είναι που το πείσμα και η συνείδηση σφυρηλατεί την διαρκή εξέγερση. Εδώ είναι που κρατάμε ζωντανό το χαμόγελο τους όταν αντικρίζαν το ικρίωμα, εδώ είναι που κρατάμε αναλλοίωτη την φωνή τους και τα τελευταία τους λόγια 

“ΖΗΤΩ Η ΑΝΑΡΧΙΑ”…

Η ΑΝΑΚΩΧΗ ΔΕΝ ΘΑ ΕΡΘΕΙ ΠΟΤΕ ΓΙΑ ΕΜΑΣ…
ΟΙ ΑΡΝΗΣΕΙΣ ΜΑΣ
ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ
ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ 1000 ΕΝΟΠΛΟΙ ΠΥΡΗΝΕΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΧΥΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΡΧΙΚΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ
ΖΗΤΩ Η FAI / IRF
ΖΗΤΩ Η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΠΥΡΗΝΩΝ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς / Πυρήνας φυλακής

Πολύδωρος Γιώργος
Χατζημιχελάκης Χάρης
Τσάκαλος Χρήστος
Τσάκαλος Γεράσιμος
Αργυρού Παναγιώτης
Νικολόπουλος Μιχάλης
Νικολόπουλος Γιώργος
Οικονομίδου Όλγα
Μπολάνο Δαμιανός
Μαυρόπουλος Θεόφιλος»

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο