Τη συντομότερη δυνατή ρύθμιση του προβλήματος της ασφαλιστικής κάλυψης των σχολικών φυλάκων, που προσελήφθησαν στην εργασία (με τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2639/1998 και της υπ’ αριθμ. 34100/24.11.99 Υ.Α.), με πρωτοβουλία, σε νομοθετικό ή άλλο επίπεδο, του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, προτείνει ο Συνήγορος του Πολίτη σε πόρισμά του, που απέστειλε προς την ηγεσία του αρμόδιου υπουργείου.
Η ανεξάρτητη αρχή, αφού δέχθηκε αναφορές σχολικών φυλάκων, οι οποίοι ζητούν την αναγνώριση των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων, για το χρονικό διάστημα από την ένταξή τους στο πρόγραμμα και μέχρι την κατάταξή τους σε θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατέληξε στην άποψη πως «καθίσταται προφανές ότι η σχέση εργασίας των φυλάκων σχολικών κτηρίων ήταν σχέση εργασίας αορίστου χρόνου έναντι συγκεκριμένης αμοιβής, υπό τις οδηγίες συγκεκριμένου εργοδότη και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είχε μοναδικό σκοπό την εκπαίδευσή τους».

Επίσης, επισημαίνει ότι «οι φύλακες σχολικών κτηρίων, καλύπτοντας πλήρως τα κριτήρια του νόμου, είναι αυτοδίκαια ασφαλιστέοι στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ως εξαρτημένα εργαζόμενοι, είναι δε νομικά εσφαλμένη η θέση περί ασφάλισής τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 2458/1997, ο οποίος εφαρμόζεται σε όσους παρακολουθούν προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης».

Συνοψίζοντας η ανεξάρτητη αρχή διαπιστώνει και προτείνει τα εξής:

- Οι φύλακες σχολικών κτηρίων της παραπάνω κατηγορίας προσλήφθηκαν, από τους ΟΤΑ, τυπικά, για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος του ΟΑΕΔ, στην ουσία όμως, όπως αποδείχτηκε, παρείχαν εξαρτημένη εργασία με την έννοια που απαντάται στο Εργατικό Δίκαιο.

- Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το νόμο, η συγκεκριμένη εργασία θα έπρεπε αυτοδικαίως να ασφαλίζεται, σύμφωνα με τον Α.Ν. 1846/1951, στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ για όλους τους κλάδους.

- Επειδή όμως, παρά ταύτα, η εργασία αυτή παραμένει ανασφάλιστη και δεδομένου ότι δεν έχει ακόμη παρέλθει δεκαετία, οι εργαζόμενοι διεκδικούν, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα, (Δήλωση διαφωνίας επί των ασφαλιστικών στοιχείων - Καταγγελία), από τις αρμόδιες Υπηρεσίας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ την ασφαλιστική τους τακτοποίηση.

- Το νομικό οπλοστάσιο των εν λόγω διεκδικήσεων, όπως διεξοδικά αναφέρεται στην επιστολή αυτή, αλλά και του οποίου η βασιμότητα επιβεβαιώνεται από σχετικές αποφάσεις θεσμικών οργάνων, είναι ιδιαίτερα ισχυρό, καθιστά δε την ευδοκίμηση ενδεχόμενων προσφυγών και στα διοικητικά δικαστήρια σφόδρα πιθανή.

- Όμως, η εκκρεμότητα του προβλήματος δεν θα πρέπει να παρατείνεται επ’ αόριστον και βεβαίως θα πρέπει, με πρωτοβουλία του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, να αποφευχθούν μακροχρόνιες δικαστικές διαμάχες.

- Στην παραπάνω περίπτωση, είναι φανερό ότι οι δικαστικές αποφάσεις, ακόμη και εάν αποβούν θετικές, θα εκδοθούν πολύ μετά την υπέρβαση του ηλικιακού ορίου συνταξιοδότησης, γεγονός που πιθανόν να οδηγήσει σε νέες δικαστικές διαμάχες με απρόβλεπτο χρονικό ορίζοντα κατάληξης, κάτι που έχει αρνητικές συνέπειες τόσο για τους ίδιους όσο και γενικότερα για τη συνολική εικόνα του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος της χώρας.

- Είναι ιδιαίτερα σημαντικό, ακόμη και για συμβολικούς λόγους, ιδιαίτερα την τρέχουσα περίοδο, να τερματιστεί η ταλαιπωρία των εργαζομένων αυτών, με άμεση πρωτοβουλία του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, καθιστώντας έτσι σαφή, προς κάθε κατεύθυνση, τη βούληση της Πολιτείας να μην ανέχεται και να μη νομιμοποιεί ανασφάλιστη εργασία ούτε να επιτρέπει να παραμένει συγκεκριμένη ομάδα εργαζομένων ανασφάλιστη για προσχηματικούς, όπως αποδείχτηκε, λόγους, για λόγους δηλαδή που δεν βρίσκουν ανταπόκριση στο υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τις ασφαλιστικές σχέσεις ούτε στην πραγματική φύση των υποκείμενων εννόμων σχέσεων.