Με τίτλο «Κατά 40% φθηνότερες οι ελληνικές βίλες» και υπότιτλους «Ευκαιρίες αγοράς στα ελληνικά νησιά» και «Οι ιδιοκτήτες χρειάζονται χρήματα» περιγράφει σε ολοσέλιδο αφιέρωμά του η εφημερίδα De Tijd. Τις μεγάλες ευκαιρίες που παρουσιάζει η αγορά ακινήτων στην Ελλάδα, λόγω της δημοσιονομικής κρίσης, επισημαίνει σημερινό δημοσίευμα της Φλαμανδικής De Tijd.

    Συγκεκριμένα, το δημοσίευμα αναφέρεται στη μεγάλη μείωση των τιμών των παραθεριστικών κατοικιών και καλεί τους ενδιαφερόμενους να προχωρήσουν στην αγορά ακινήτων. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι πολλές φορές στην Ελλάδα είναι δύσκολο να αποσαφηνιστεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων λόγω της έλλειψης κτηματολογίου, ενώ παράλληλα σημειώνεται η μεγάλη έκταση που έχει λάβει η διαφθορά, η οποία σε συνδυασμό με την ανεπάρκεια υποδομών, συχνά λειτουργούν ανασταλτικά σε περίπτωση π.χ κατασκευής μιας κατοικίας, λόγω των χρονοβόρων διαδικασιών που απαιτούνται.

    Το δημοσίευμα παραπέμπει σε Έλληνες κτηματομεσίτες, οι οποίοι αναφέρουν ότι λόγω της οικονομικής κρίσης και της έλλειψης ρευστότητας, οι πωλητές έχουν αναπροσαρμόσει τις τιμές τους, με αποτέλεσμα να προκύπτουν μεγάλες ευκαιρίες για όσους διαθέτουν μετρητά και δεν χρειάζεται να καταφύγουν σε τράπεζες για να λάβουν στεγαστικό δάνειο.

    Η De Tijt παρατηρεί ότι μετά από μια έκρηξη που σημείωσαν οι τιμές των ακινήτων τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, λόγω της ευκολίας με την οποία οι ελληνικές τράπεζες χορηγούσαν δάνεια, η αγορά ακινήτων έχει "παγώσει" τα τελευταία δύο χρόνια εξαιτίας της εντεινόμενης αβεβαιότητας για την διάρκεια της κρίσης, της διάχυτης ανησυχίας ότι η χώρα θα κηρύξει στάση πληρωμών, αλλά και της αύξησης της φορολογίας επί της ακίνητης περιουσίας που έχει θορυβήσει πολλούς ιδιοκτήτες. Σημειώνεται, ακόμη, ότι η ύφεση που ταλανίζει την ελληνική κτηματαγορά οφείλεται και στην μείωση των στεγαστικών δανείων που χορηγούν οι τράπεζες λόγω των προβλημάτων ρευστότητας που αντιμετωπίζουν.

    Τέλος, επισημαίνεται ότι σε νησιά όπως η Κρήτη, οι τιμές των ακινήτων σημειώνουν μεγάλη κάμψη που φτάνει το 20% ή 30%.