Κατοχικό Δάνειο και γερμανικές αποζημιώσεις

Κατοχικό Δάνειο και γερμανικές αποζημιώσεις

Ρεπορτάζ: Ντίνα Καραμάνου - Ντία Μούλου

Το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων, έχει δύο διαστάσεις: της ηθικής τάξης και την αμιγώς οικονομική.

Από τη μία, οι οικογένειες των θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας περιμένουν δικαίωση και βρίσκουν αντίπαλο σε αυτό το ελληνικό κράτος.

Από την άλλη, οι πολιτικές δυνάμεις που χρησιμοποιούν την οφειλή αυτή της Γερμανίας προς τη χώρα, ως διαπραγματευτικό όπλο για μια καλύτερη συμφωνία για το ελληνικό χρέος.

Τα θύματα του ναζισμού προσέφυγαν στη δικαιοσύνη και βγήκαν από τα δικαστήρια νικητές.

Ήρθε η ώρα της ελληνικής πολιτείας, που μέχρι σήμερα δεν έχει κατορθώσει παρά να τους μετατρέψει σε -άλλη μια φορά-ηττημένους.

Τα μαρτυρικά χωριά και οι θηριωδίες των Ναζί

Η γερμανική Κατοχή στην Ελλάδα διήρκησε 1.255 ημέρες, από το 1941 έως το 1944, διάστημα κατά το οποίο έχασαν τη ζωή τους πάνω από μισό εκατομμύριο Έλληνες, η χώρα εξαθλιώθηκε οικονομικά, οι υποδομές της καταστράφηκαν και πολλά χωριά λεηλατήθηκαν και κάηκαν εξ ολοκλήρου.

Κύριος λόγος των θηριωδιών και των μαζικών εκτελέσεων που έκαναν οι Γερμανοί σε βάρος του άμαχου πληθυσμού ήταν η αντίσταση που συνάντησαν στις περιοχές, που έλεγχαν. 

Με το πέρασμα των δεκαετιών, μπορεί να έχουν μείνει ως πιο χαρακτηριστικές μαζικές εκτελέσεις αυτές του Διστόμου, των Καλαβρύτων, της Βιάννου και του Κομμένου, ωστόσο κατά τη διάρκεια της Κατοχής πολλά ήταν τα χωριά, στα οποία ο γερμανικός στρατός έδειξε το σκληρότερο πρόσωπό του, σφαγιάζοντας τους κατοίκους τους.

Από τις πρώτες περιπτώσεις μαζικών εκτελέσεων ήταν οι σφαγές στα χωριά Κοντομαρί και Κάνδανος των Χανίων. Στον μακρύ κατάλογο των γερμανικών εγκλημάτων συγκαταλέγονται πολλές ακόμα παρόμοιες περιπτώσεις.

Οι μεγαλύτερες σφαγές της γερμανικής Κατοχής

Κομμένο Άρτας

Στις 16 Αυγούστου 1943, εκτελέστηκαν με απίστευτη βαρβαρότητα στο χωριό Κομμένο Άρτας 317 άνθρωποι, ανάμεσά τους νήπια και παιδιά. 

Σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Στέφανο Παππά,  η μηχανοκίνητη μονάδα ναζιστικών στρατευμάτων από τη Φιλιππιάδα, με την εντολή της Διοίκησης Ιωαννίνων, εισέβαλε στο χωριό τα χαράματα της 16ης Αυγούστου 1943, με το πρόσχημα των αντιποίνων για την ύπαρξη ανταρτών του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ στην περιοχή.

Το χωριό κοιμόταν ήσυχο, ύστερα από γαμήλια γιορτή, ενώ σε αρκετά σπίτια φιλοξενούνταν και Πρεβεζάνοι. Τίποτα δεν προμήνυε τη συνέχεια.

Τα ναζιστικά στρατεύματα έστησαν πολυβόλα στις εισόδους του χωριού, εισέβαλαν στα σπίτια και σκότωσαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους, ενώ στο τέλος έβαλαν φωτιά και τα έκαψαν. Λίγοι ήταν αυτοί που ξέφυγαν με βάρκες στον Αμβρακικό Κόλπο. 

Μάλιστα, στο τέλος της σφαγής, οι ναζί στρατιώτες κάθισαν στην πλατεία του χωριού όπου έφαγαν και ήπιαν μπύρες, αφήνοντας εκεί άδειες κονσέρβες, δίπλα σε επτά πτώματα. Από τις θηριωδίες ξέφυγαν 440 άτομα. 

Βιάννος

Η σφαγή της Βιάννου αναφέρεται στη μαζική εξόντωση άμαχου πληθυσμού περίπου 20 χωριών της Βιάννου, επαρχίας της Ιεράπετρας στη Κρήτη, από τα γερμανικά στρατεύματα.

Τον Σεπτέμβριο του 1943, μέσα σε λίγες ημέρες, περισσότεροι από 500 κάτοικοι βρήκαν τραγικό θάνατο, ωστόσο οι Γερμανοί δεν αρκέστηκαν εκεί, καθώς πυρπόλησαν και λεηλάτησαν τα χωριά, ως αντίποινα στην υποστήριξη και συμμετοχή του τοπικού πληθυσμού στην αντίσταση της Κρήτης.

Η καταστροφή της Βιάννου άρχισε στις 13 Σεπτεμβρίου, με τις γερμανικές δυνάμεις να εισβάλουν ταυτόχρονα από διάφορες κατευθύνσεις. Στην αρχή, διαβεβαίωσαν τους κατοίκους ότι οι προθέσεις τους ήταν ειρηνικές, πείθοντας πολλούς από τους άνδρες που είχαν καταφύγει στα βουνά να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Την επόμενη ημέρα άρχισαν αδιάκριτα μαζικές εκτελέσεις, βασανιστήρια, συλλήψεις, λεηλασίες, εμπρησμούς, βανδαλισμούς και ανατινάξεις. Ακόμα και τα παιδιά, οι ανάπηροι και οι ηλικιωμένοι δεν κατάφεραν να γλιτώσουν από τη μανία τους, η οποία συνεχίστηκε και τις επόμενες δύο ημέρες. Επίσης, μετά την καταστροφή, απαγορεύτηκε στους επιζήσαντες να θάψουν τους νεκρούς τους ή να επιστρέψουν στα χωριά τους, τα περισσότερα από τα οποία είχαν καεί ολοσχερώς.

Πάρα την έκταση της καταστροφής και των πολλών ανθρώπινων απωλειών, τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στη Βιάννο σήμερα δεν είναι ευρέως γνωστά. Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων παραμένει ανεπιβεβαίωτος. Οι περισσότερες πηγές, ωστόσο, συμφωνούν ότι ο αριθμός τους υπερβαίνει τα 500 και περιλαμβάνει κατοίκους των χωριών Κάτω Σύμη, Αμιρά, Πεύκος, Άγιος Βασίλειος, Άνω Βιάννος, Κρεββατάς, Καλάμι, Ρίζα, Μουρνιές, Μύθοι, Μάλλες και άλλα.

Μέχρι σήμερα, καμία αποζημίωση δεν έχει καταβληθεί στους συγγενείς των θυμάτων ούτε στους επιζώντες της καταστροφής, ενώ ένα μεγάλο μνημείο, αφιερωμένο σε όσους  έχασαν τη ζωή τους, έχει στηθεί στο χωριό Αμιράς Ηρακλείου.

Καλάβρυτα

Στις 13 Δεκεμβρίου του 1943 γράφτηκε η πιο «μαύρη» σελίδα στην ιστορία της πόλης των Καλαβρύτων.

Γνωστή ως «Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων» είναι μία από τις πιο βαριές περιπτώσεις πολεμικών εγκλημάτων στην Ελλάδα και αναφέρεται στην εξολόθρευση του ανδρικού πληθυσμού και στην καταστροφή της πόλης από τους στρατιώτες της γερμανικής 117ης Μεραρχίας Καταδρομών.

Η τύχη των Καλαβρύτων και των κατοίκων τους φαίνεται να προδιαγράφτηκε μετά την ήττα των Γερμανών από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ στη Μάχη της Κερπινής στις 20 Οκτωβρίου 1943, κατά την οποία σκοτώθηκαν δεκάδες Γερμανοί στρατιώτες και αιχμαλωτίστηκαν 78.

Τότε ήταν που τέθηκε σε εφαρμογή από το γερμανικό στρατηγείο η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» («Unternehmen Kalavryta»), με στόχο την περικύκλωση των ανταρτών στην ορεινή περιοχή των Καλαβρύτων και την εξόντωσή τους. Την εκτέλεση της αποστολής ανέλαβαν μονάδες της 117ης Μεραρχίας Κυνηγών, που έδρευε στην Πελοπόννησο και είχε επικεφαλής τον υποστράτηγο Καρλ φον Λε Ζουίρ.

Ο γερμανός στρατηγός, έχοντας πληροφορηθεί την εκτέλεση των γερμανών αιχμαλώτων διέταξε τους άνδρες του να μην διστάσουν να λάβουν τα πιο σκληρά αντίποινα εναντίον του άμαχου πληθυσμού της περιοχής.

Η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» ξεκίνησε στις 4 Δεκεμβρίου, όταν οι γερμανικές δυνάμεις άρχισαν να συρρέουν στην ευρύτερη περιοχή των Καλαβρύτων από την Πάτρα, το Αίγιο, τον Πύργο και την Τρίπολη. Στο διάβα τους έκαιγαν χωριά και μοναστήρια (Μέγα Σπήλαιο και Αγία Λαύρα) και σκότωναν άοπλους πολίτες και μοναχούς.

Στις 9 Δεκεμβρίου έφθασαν στα Καλάβρυτα, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό κλοιό γύρω από την πόλη. Καθησύχασαν τους κατοίκους, διαβεβαιώνοντας ότι στόχος τους ήταν αποκλειστικά η εξόντωση των ανταρτών και μάλιστα ζήτησαν από όσους την είχαν εγκαταλείψει να επιστρέψουν άφοβα πίσω στα Καλάβρυτα. Για να τους πείσουν ακόμη περισσότερο προχώρησαν στην πυρπόληση σπιτιών, που ανήκαν σε αντάρτες, και αναζήτησαν την τύχη των γερμανών τραυματιών της μάχης της Κερπινής.

Ξαφνικά, το πρωί της Δευτέρας 13 Δεκεμβρίου συγκέντρωσαν όλο τον πληθυσμό στην κεντρική πλατεία και οδήγησαν τον ανδρικό πληθυσμό άνω των 13 ετών σε μια επικλινή τοποθεσία, που ονομαζόταν «Ράχη του Καπή», ενώ τα γυναικόπαιδα τα κλείδωσαν στο σχολείο. Στη ράχη του Καπή εκτυλίχθηκε τις πρώτες μεταμεσημβρινές ώρες η τραγωδία, που οδήγησε σχεδόν όλους τους άνδρες των Καλαβρύτων στο θάνατο. 

Με τα πολυβόλα τους, οι Γερμανοί εκτέλεσαν γύρω στους 800 συγκεντρωμένους, ενώ μόλις 13 Καλαβρυτινοί διασώθηκαν και αυτοί επειδή είχαν καλυφθεί από τα πτώματα των συμπολιτών τους και οι Γερμανοί τους θεώρησαν νεκρούς. 

Το έγκλημα ολοκληρώθηκε με την πυρπόληση όλων σχεδόν των σπιτιών των Καλαβρύτων.

Για το «Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων» δεν λογοδότησε κανείς στη Δικαιοσύνη. Τον Απρίλιο του 2000 την πόλη επισκέφθηκε ο τότε Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Γιοχάνες Ράου, ο οποίος εξέφρασε τη θλίψη του. Εντούτοις, δεν ανέλαβε την ευθύνη εξ ονόματος του γερμανικού κράτους, ούτε αναφέρθηκε στο ζήτημα των αποζημιώσεων.

Δίστομο

Μια από τις ειδεχθέστερες σφαγές αμάχων από τις γερμανικές κατοχικές δυνάμεις στη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου.

Στις 10 Ιουνίου 1944, δύο γερμανικές φάλαγγες ξεκινούν από τη Λιβαδειά και την Αράχωβα, με σκοπό να εντοπίσουν αντάρτες και να τους εξοντώσουν. Στο Δίστομο Βοιωτίας ενώνονται με άλλη μία γερμανική ομάδα που είχε ξεκινήσει από την Άμφισσα και προχώρησαν προς το Στείρι. Οι κάτοικοι λαμβάνουν εντολή να μην απομακρυνθούν από το χωριό, μέχρι την επιστροφή των γερμανικών δυνάμεων.

Λίγο έξω από το Δίστομο, αντάρτικες ομάδες του ΕΛΑΣ τους στήνουν ενέδρα και μετά από μια σύντομη, αλλά σφοδρή μάχη, τα ναζιστικά στρατεύματα αναγκάζονται να υποχωρήσουν, αφήνοντας πίσω τους 15 νεκρούς και άλλους τόσους τραυματίες. Οι γερμανικές απώλειες ανήλθαν σε 6 νεκρούς και 15 τραυματίες.

Οργισμένοι οι Γερμανοί επιστρέφουν στο Δίστομο για να πάρουν εκδίκηση. Με πρωτοφανή βαρβαρότητα, κατόπιν διαταγής του διοικητή τους, υπολοχαγού Χανς Ζάμπελ, σκοτώνουν όποιον βρίσκουν μπροστά τους και καίνε το χωριό.

Κατά τη διάρκεια της θηριωδίας, χάνουν τη ζωή τους 218 κάτοικοι, ανάμεσά τους 114 γυναίκες, 53 παιδιά και 16 αβάπτιστα βρέφη. 

Η Γερμανική Διοίκηση της Αθήνας επέρριψε την ευθύνη αποκλειστικά στους κατοίκους του Διστόμου, επειδή, όπως ανέφερε σε ανακοίνωσή της, δεν συμμορφώθηκαν με τις στρατιωτικές εντολές.

Τον Αύγουστο του 1949, ο υπεύθυνος της σφαγής, Χανς Ζάμπελ, ομολογεί την έκταση των εγκλημάτων στο Δίστομο, αλλά δικαιολογήθηκε ότι εκτελούσε διαταγές ανωτέρων του. 

Η διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών 

Από την ημέρα της απελευθέρωσης έως και σήμερα, επτά δεκαετίες μετά, το ζήτημα των γερμανικών οφειλών παραμένει ανοικτό. Ωστόσο, για πρώτη φορά, η χώρα μας έχει συγκεντρώσει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τη διεκδίκησή τους. 

Όταν κάνουμε λόγο για τις οφειλές της ναζιστικής Γερμανίας στην Ελλάδα, αναφερόμαστε:

α) στο Κατοχικό Δάνειο

β) στις αποζημιώσεις για την καταστροφή των υποδομών του ελληνικού Δημοσίου

γ) στις αποζημιώσεις για τα θύματα των μαρτυρικών χωριών, οι οποίες έχουν πάρει τη δικαστική οδό, όπως στην περίπτωση του Διστόμου.

Κατοχικό Δάνειο

Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, σε μια κίνηση άνευ προηγουμένου, η Ελλάδα της Κατοχής αναγκάζεται να πληρώσει ένα σημαντικό ποσό στους Γερμανούς ως αναγκαστικό δάνειο. 

Πιο συγκεκριμένα, τον Απρίλιο του 1942, Γερμανοί και Ιταλοί απλώς κοινοποιούν στην κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου ότι κατέληξαν στην απόφαση σύναψης του αναγκαστικού δανείου. 

Σύμφωνα με το Διεθνές Πολεμικό Δίκαιο, η κατεχόμενη χώρα οφείλει να συντηρεί τα στρατεύματα Κατοχής. Παρόλα αυτά, οι Γερμανοί χρησιμοποιούν μικρό ποσό του δανείου για τον σκοπό αυτό και τα υπόλοιπα τα χρησιμοποιούν για τις επιχειρήσεις του Ρόμελ στην Αφρική. 

Τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο, οι νικήτριες χώρες καταβάλλουν μικρές αποζημιώσεις σε είδος, διάστημα κατά το οποίο η Ελλάδα σπαράζεται από τον Εμφύλιο. Αυτή ήταν και η μοναδική περίπτωση που λάβαμε αποζημίωση, η οποία ανερχόταν σε 115 εκατ. μάρκα. 

Την ίδια ώρα, η Γερμανία, η οποία έχει υποστεί μεγάλη καταστροφή από τον Πόλεμο, διαιρείται σε ανατολική και δυτική. Το 1953, υπογράφεται η Συνθήκη του Λονδίνου, η οποία απαλλάσσει προσωρινά το γερμανικό κράτος από τις πολεμικές αποζημιώσεις, έως ότου επανενωθούν οι δύο Γερμανίες το 1990. 

Το 1958, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επισκέπτεται τη Βόννη, όπου συναντάται με τον τότε καγκελάριο της Γερμανίας, Κόνραντ Αντενάουερ και εξασφαλίζει έντοκο δάνειο 200 εκατ. μάρκων. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι τότε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ως αντάλλαγμα παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται από τα επίσημα κρατικά έγγραφα της Γερμανίας.

Το 1965, ο Ανδρέας Παπανδρέου, τότε βουλευτής της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, μεταβαίνει στη Βόννη και θίγει για πρώτη φορά επισήμως το ζήτημα των οφειλών. Προτού αρχίσουν οι συζητήσεις, στην Αθήνα ξεσπούν τα Ιουλιανά, η κυβέρνηση Παπανδρέου πέφτει και το θέμα μπαίνει στο συρτάρι.

Το 1989 πέφτει το Τείχος του Βερολίνου, η Γερμανία επανενώνεται και έτσι το βασικό επιχείρημα της χώρας περί διαίρεσης καταρρέει. Εντούτοις, ούτε και τότε δέχονται οι Γερμανοί να πληρώσουν. 

Όπως αποκάλυψε πρόσφατα το περιοδικό Spiegel, ο πρώην Καγκελάριος της Γερμανίας, Χέλμουτ Κολ, προκειμένου η χώρα του να αποφύγει την καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες κατέφυγε σε ένα τέχνασμα. 

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Κολ ζήτησε από τους διαπραγματευτές να αποφύγουν τον όρο «Ειρηνευτική Συνθήκη», ο οποίος θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιθανό αίτημα από την ελληνική πλευρά για πολεμικές αποζημιώσεις. Έτσι λοιπόν, υπεγράφη η «Συνθήκη Δύο συν Τέσσερις» από την Ανατολική και τη Δυτική Γερμανία και τις τέσσερις δυνάμεις που κατέλαβαν τη Γερμανία μετά το πέρας του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, τη Γαλλία, τη Βρετανία, τη Σοβιετική Ένωση και τις ΗΠΑ.

Η Γερμανία σήμερα επικαλείται τον χρόνο που έχει περάσει, εντούτοις η ελληνική πλευρά έχει στα χέρια ένα ισχυρό νομικό όπλο. Σύμφωνα με επίσημο έγγραφο, η ναζιστική Γερμανία αναγνώρισε το Κατοχικό Δάνειο και άρχισε να αποπληρώνει τις δόσεις, λίγες ημέρες πριν αναχωρήσουν οι Γερμανοί από την Ελλάδα.

Γερμανικές αποζημιώσεις

Το 1955, ο δικηγόρος Γιάννης Σταμούλης, τότε νομάρχης Βοιωτίας, παρευρίσκεται σε ένα μνημόσυνο για τα θύματα του Διστόμου και τις θηριωδίες του Γ' Ράιχ. Τότε συλλαμβάνει την ιδέα να προσφύγουν ατομικά οι συγγενείς των νεκρών στη Δικαιοσύνη, προκειμένου να διεκδικήσουν αποζημίωση. 

Το 1997, το Πρωτοδικείο Λιβαδειάς με μια απόφαση-σταθμό δικαιώνει τους κατοίκους του Διστόμου και επιδικάζει αποζημίωση 30 εκατ. ευρώ συν τους τόκους, ποσό το οποίο σήμερα αγγίζει τα 80 εκατ. ευρώ. 

Το 2000 ο Άρειος Πάγος επικυρώνει τη δικαστική απόφαση: οι συγγενείς των θυμάτων μπορούσαν να αξιώσουν από το γερμανικό δημόσιο αποζημιώσεις για τους νεκρούς τους.

Στην απόφαση, γίνεται και η ανατριχιαστική περιγραφή της σφαγής:

Οι Γερμανοί, καταλαβαίνοντας ότι οι επιτυχίες των συμμαχικών στρατευμάτων στα μέτωπα του πολέμου θα είχαν ως αποτέλεσμα την ένταση της αντίστασης των ελληνικών απελευθερωτικών δυνάμεων, άρχισαν συστηματική τρομοκρατία με ομαδικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και εκτελέσεις αθώων πολιτών, για να καταπτοήσουν τους αγωνιζόμενους και να μειώσουν την ένταση του αγώνα τους. Έτσι για το σκοπό αυτό στις 10 Ιουνίου του 1944 οι Γερμανοί της Γκεστάπο και των SS Λιβαδειάς μεταμφίεσαν 20 στρατιώτες τους με ελληνικές ενδυμασίες και με δύο αυτοκίνητα κατευθύνθηκαν προς την Αράχωβα. Τα αυτοκίνητα αυτά ακολουθούσαν άλλα γερμανικά. Στο δρόμο πυροβολούσαν και σκότωναν κάθε Έλληνα που συναντούσαν. Στο Δίστομο έφθασαν κατά το μεσημέρι και άρχισαν τις λεηλασίες. Ύστερα κατευθύνθηκαν προς το χωριό Στείρι. Στο δρόμο όμως οι μεταμφιεσμένοι Γερμανοί των δύο πρώτων αυτοκινήτων έπεσαν σε ενέδρα Ελλήνων Ανταρτών, οι οποίοι σκότωσαν 18 Γερμανούς και τον ένα από τους δύο Έλληνες οδηγούς. Τότε οι Γερμανοί για να εκδικηθούν γύρισαν στο Δίστομο όπου και διέταξαν όλους τους κατοίκους να κλειστούν στα σπίτια τους. Ύστερα κύκλωσαν το χωριό, τοποθέτησαν στις εξόδους φρουρούς και άρχισαν την ομαδική σφαγή, όμοια της οποίας σε θηριωδία δεν γνώρισε η ανθρωπότητα στο πέρασμα των αιώνων. Αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και στρατιώτες, αφού εκτέλεσαν τους 12 ομήρους που είχαν μαζί τους, διαμοιράστηκαν σε ομάδες και περιεχόμενοι τις οικίες, ενέπιπταν ως άγρια θηρία κατά των δύστυχων κατοίκων του Διστόμου, σφάζοντας, σκοτώνοντας, βιάζοντας γυναίκες και παρθένους, ξεκοιλιάζοντας εγκύους. Γέροι, νέοι, γυναίκες, ανήλικα αγόρια και κορίτσια και νήπια ακόμη ήταν τα θύματα της αιμοβόρας μανίας τους. Από το σύνολο των θυμάτων της εκδικητικής μανίας των οργάνων του Γ΄ Ράϊχ, διάδοχο του οποίου είναι το αναιρεσείον-εναγόμενο, διακόσια ένα (201) που ειδικά προσδιορίζονται ήταν μέλη των οικογενειών (γονείς, τέκνα, αδελφοί, παππούδες, γιαγιάδες, γαμβροί, νύμφες) των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων, οι οποίοι αξιώνουν, εκτός άλλων, τα αναφερόμενα ποσά για την ψυχική οδύνη, την οποία υπέστησαν από την υπό τις ανωτέρω συνθήκες απώλεια των οικείων τους αυτών.

Ο αείμνηστος δικηγόρος Γιάννης Σταμούλης,με έναν δικαστικό κλητήρα και την απόφαση στα χέρια, μετέβησαν στο Ινστιτούτο Γκαίτε για να κατασχέσουν την περιουσία του.  Η διαδικασία «πάγωσε», καθώς ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Μιχάλης Σταθόπουλος, εφαρμόζοντας έναν νόμο που μόνο στο ελληνικό δίκαιο υπάρχει, αρνήθηκε να επικυρώσει την δικαστική απόφαση επικαλούμενος τις ομαλές διμερείς σχέσεις με τη Γερμανία.

Το 2008,ο Γιάννης Σταμούλης, μεταφέρει την υπόθεση στην Ιταλία, προκειμένου τα εκεί δικαστήρια να αποφασίσουν για την εκτέλεση της απόφασης σε άλλο ευρωπαϊκό έδαφος.

Οι ιταλοί δικαστές υποστηρίζουν ότι η απόφαση μπορεί να εκτελεστεί. Τότε είναι που ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι βγάζει διάταγμα, που «παγώνει» όλες τις εκτελέσεις, ενώ η Άνγκελα Μέρκελ παραπέμπει την υπόθεση στη Χάγη

Tο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ακυρώνει την απόφαση με το σκεπτικό ότι δεν μπορούν εθνικά δικαστήρια να αποφασίζουν για τρίτες χώρες. Ταυτόχρονα, η Χάγη πρότεινε να αρχίσουν διαπραγματεύσεις για τις χώρες που δεν έχουν αποζημιωθεί. 

Γενικό Λογιστήριο του Κράτους: Αποζημιώσεις ίσες με το ελληνικό χρέος

Το θέμα επανήλθε στα τέλη της δεκαετίας του 2000, με την πρώτη διακομματική επιτροπή που συστήθηκε στη Βουλή. Από τη σημερινή κυβέρνηση, το θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων αναδείχτηκε σε μείζον πριν ακόμα έλθει στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. 

Η λογική που επικράτησε, ειδικά από την αρχή της κρίσης χρέους και το ρόλο της Γερμανίας στην επιβολή μνημονίων στην Ελλάδα, ήταν πως το γερμανικό χρέος πρέπει να εγγραφεί στον κρατικό προϋπολογισμό ως έσοδο, ώστε να μηδενιστεί αυτομάτως το κρατικό χρέος. 

Άλλωστε, σύμφωνα με μια απόρρητη έκθεση που συνέταξε το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, τα ποσά... ισοφαρίζονται.

 Σύμφωνα με την έκθεση, που έκανε την αναγωγή των ποσών με σημερινές ισοτιμίες:

- Το ποσό του κατοχικού δανείου που αναγκάστηκε να συνάψει η χώρα με τους κατακτητές Γερμανούς, ξεπερνά τα 10 δισεκατομμύρια ευρώ. Περίπου τόσα είχε καταβάλει η Γερμανία ως δική της συνεισφορά στον μηχανισμό διάσωσης του πρώτου μνημονίου.

- Το συνολικό ποσό των αποζημιώσεων για τα θύματα σε Δίστομο, Καλάβρυτα, Κρήτη και άλλες περιοχές αλλά και των επανορθώσεων για τις καταστροφές στις υποδομές αγγίζει τα 300 δισ. ευρώ. Τόσο περίπου είναι το συνολικό χρέος της Ελλάδας σήμερα.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο