Μεγάλη Τρίτη: Η ιστορία της Κασσιανής, ένας άδοξος έρωτας, ο αυτοκράτορας και η πίστη...

Μεγάλη Τρίτη: Η ιστορία της Κασσιανής, ένας άδοξος έρωτας, ο αυτοκράτορας και η πίστη...
«... Μ. ΤΡΙΤΗ: ΜΟΛΙΣ ΣΗΜΕΡΑ βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το κηπάκι σαν φέρετρο. Με πήραν κατάμουτρα οι μυρωδιές, λεμόνι, γαρίφαλο. Ύστερα παραμέρισα τα χρόνια, τα φρέσκα πέταλα και να: η μητέρα μου, μ' ένα μεγάλο άσπρο καπέλο και το παλιό χρυσό ρολόι της κρεμασμένο στο στήθος. Θλιμμένη και προσεκτική. Πρόσεχε κάτι ακριβώς πίσω από μένα. Δεν πρόφτασα να γυρίσω να δω γιατί λιποθύμησα...» - Οδυσσέας Ελύτης
 
Μαγικές μέρες, με ποίηση, σοφία και μυστικά ανά τους αιώνες να αλλάζουν θρησκείες και να κρύβουν πάντα πίσω τους ιστορίες ανθρώπων. Λατρεία στην αποψινή νύχτα; Ένας μεγάλος, άδοξος, απελπισμένος έρωτας. Και ξέρω! Ξέρω! Δεν είναι της μόδας οι έρωτες και οι δοξολογίες. Δεν είναι της μόδας καν η παράδοση.
 
Αλλά επιτρέψτε μου, να θαυμάζω την ιστορία μιας γυναίκας με ελεύθερο πνεύμα μέσα σε κοινωνίες όλο περιορισμούς. Η νύχτα απόψε είναι τιμή για μια γυναίκα που έζησε, όπως διάλεξε η ίδια. Και ξανά έχω γράψει την ιστορία. Και ξανά θα σας την πω γιατί με μαγεύει η επανάληψη της...
Μεγάλη Τρίτη και απόψε ακούγεται αιώνες τώρα, το τροπάριο που έγραψε η Κασσιανή για να δοξάσει και να προσευχηθεί.
 
Από πλούσια, φεουδαρχική οικογένεια, γεννημένη μεταξύ του 805 και του 810 μ.χ. στην Κωνσταντινούπολη, υπήρξε φημισμένη καλλονή και πολύ καλλιεργημένη γυναίκα. Ήταν τόση η γοητεία της, λέει, που της επέβαλλαν να συμμετέχει σε τελετή επιλογής νύφης για τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, που την είχε οργανώσει η μητριά του, η Ευφροσύνη.
 
Τότε, o αυτοκράτορας επέλεγε τη σύζυγο που του άρεσε, δίνοντας της ένα χρυσό μήλο. Πολύ ερωτευμένος μαζί της ο Θεοδόσιος, την πλησίασε κρατώντας το μήλο. «Ως άρα δια γυναικός ερρύη τα φαύλα» της είπε αλαζονικά, δηλαδή «από μία γυναίκα ήρθαν στον κόσμο τα κακά πράγματα», κάνοντας αναφορά στην Εύα και στο προπατορικό αμάρτημα. Ετοιμόλογη, εκείνη, του απάντησε: «Αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείττονα», δηλαδή «και από μία γυναίκα ήρθαν στον κόσμο τα ωραιότερα», εννοώντας πως η Παναγία γέννησε τον Χριστό.
 
Ο Θεόφιλος, ως άνδρας πρώτα απ' όλα και ως αυτοκράτορας φυσικά, πληγώθηκε μπροστά σε όλη την αυλή, που η ετοιμόλογη Κασσιανή τον έβαλε στην θέση του, αποστομώνοντάς τον, έτσι παρά τον έρωτά του, την απέρριψε και διάλεξε τη Θεοδώρα από την Παφλαγονία της Μικράς Ασίας για σύζυγό του. Η Κασσιανή, απελευθερωμένη από την αγάπη του, στην ουσία, συνέχισε να ζει όπως η ίδια διάλεξε. Ίδρυσε ένα κοινόβιο στα δυτικά της Κωνσταντινούπολης, κοντά στα τείχη της πόλης, του οποίου έγινε και η πρώτη ηγουμένη. Διάβαζε, έγραφε, μελετούσε και διοικούσε τη μονή της.
 
Ελεύθερη γυναίκα, ανεξάρτητο πνεύμα, μέσα σε περιορισμούς εποχής, ανεξάρτητη τηρώντας τους κανόνες.
Λέγεται, πως ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, πάντα ερωτευμένος μαζί της, μετανιωμένος που για χάρη του εγωισμού του, την έχασε, θέλησε να την συναντήσει και να την δει για μία τελευταία φορά, πριν πεθάνει. Πήγε στο μοναστήρι. Η Κασσιανή ήταν μόνη στο κελί της γράφοντας το τροπάριό της, όταν κατάλαβε πως ο αυτοκράτορας και οι αυλικοί του είχαν φτάσει.
 
Έχοντας πολύ αγαπήσει και πληγωθεί, δεν ήθελε να αποσπαστεί απ' τη ζωή της, τη δική της επιλογή και την αφοσίωσή της στον Θεό, πια. Για να μην τον αντικρίσει και παρασυρθεί από συναισθήματα, κρύφτηκε στο ντουλάπι του κελιού της, αφήνοντας τον μισοτελειωμένο ύμνο πάνω στο τραπέζι. Ο Θεόφιλος μπαίνοντας στο κελί της, κατάλαβε πως μάταια την έψαχνε.
 
Διάβασε όμως το χειρόγραφο της και συγκινήθηκε πολύ.
Την ένιωσε κρυμμένη στο ντουλάπι. Ξαφνικά, του αρκούσε που βρέθηκαν στον ίδιο, απλά, χώρο. Πρόσθεσε, λέγεται, ένα στίχο στον ύμνο, για να παραδεχτεί πως σε εκείνον τον αιθέριο τσακωμό εκείνη, είχε το δίκιο. Έγραψε «ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη». Η Κασσιανή άφησε τον στίχο για πάντα στον ύμνο της και έγινε κομμάτι της στην αιωνιότητα.
 
Ο ύμνος, σε μια υπέροχη απόδοσή του Γιώργου Χειμωνά, στολισμένη με το πολυτονικό, που βρήκα πρόσφατα λέει:
 
«... Κύριε
Ἐγώ ἡ γυναίκα
ἡ μολυσμένη τῶν ἁμαρτιῶν
στά σπλάχνα μου αἰσθάνθηκα
τήν θεότητά σου
κι ἔγινα μυροφόρος
Με ὀδυρμούς μῦρα
ἀκουμπῶ ἐμπρός ἀπό τόν τάφο σου
Τά σπλάχνα μου ἡ νύχτα τά κατέχει
Μανία ἡ ἀκολασία μου
Σκοτάδι καί θάνατος τῆς σελήνης
ὁ ἔρως μου τῆς ἁμαρτίας
Πᾶρε τὰ μάτια μου
μαζί μέ τά δάκρυά τους ἐσύ
πού ὅρισες ἡ θάλασσα
νά κατάγεται ἀπό τα σύννεφφα
Κλίνε πάνω ἀπὸ τὸν στεναγμὸ
τὸν πιὸ βαθύ τῆς καρδιᾶς μου
Ἐσύ πού ἔκαμψες τούς οὐρανούς
γιά νά χωρέσει τό ἄφατο
Θέλω να φιλήσω
τα πόδια σου τά ἀνέγγιχτα
καί νά τά προστατεύω
μέσα στίς θηλειές τῶν μαλλιῶν μου
Στό σούρουπο τοῦ παράδεισου ἡ Εὔα
τούς κρότους ἀκούει καί ταράζεται
τρόμαξε καί ἐκρύφτη
Σωτῆρα μου καί τῶν ψυχῶν σωτῆρα
Ποιός τό κουβάρι τῶν ἁμαρτιῶν μου
θά ἔρθει νά ξετυλίξει
Στῆς τιμωρίας σου τήν ἄβυσσο
ποιος πῶς νά κρατηθεί
Μήν ἀποστρέψεις
τό βλέμμα σου ἀπό πάνω μου
Βλέπε με. Τήν δούλη σου
Ἐσύ πού εἶσαι τό ἔλεος...»...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο