Μ. Πέμπτη, μέρα τρεμάμενη, όμορφη σαν νεκροταφείο

Μ. Πέμπτη, μέρα τρεμάμενη, όμορφη σαν νεκροταφείο
ΜΕΡΑ ΤΡΕΜΑΜΕΝΗ όμορφη σαν νεκροταφείο
με κατεβασιές ψυχρού ουρανού
Γονατιστή Παναγία κι αραχνιασμένη
Τα χωμάτινα πόδια μου άλλοτε
(Πολύ νέος ή και ανόητα όμορφος θα πρέπει
να ήμουν)
Οι και δύο και τρεις ψυχές που δύανε
Γέμιζαν τα τζάμια ηλιοβασίλεμα.
 
ΣΩΣΤΟΣ ΘΕΟΣ. Όμως κι αυτός έπινε το φαρμάκι του
γουλιά γουλιά καθώς του είχε ταχθεί
έως ότου ακούστηκε η μεγάλη έκρηξη.
Χάθηκαν τα βουνά. Και τότε αλήθεια φάνηκε
πίσω από το πελώριο πηγούνι ο κύλικας
Κι αργότερα οι νεκροί μες στους ατμούς, εκτάδην.
-Ο Οδυσσέας Ελύτης αισθάνεται την κάθε μέρα μαρτυρίου, άνοιξη, Μεγάλη Εβδομάδα- 
Μεγάλη Πέμπτη. Το τέλος, δεδομένο, οδυνηρό, όλο αίμα και δάκρυα πλησιάζει! Ο Μυστικός Δείπνος! Λέει και ο αυτόπτης Ματθαίος και ο Μάρκος και ο Λουκάς! Εκείνος και οι 12 φίλοι, μαθητές, πιστοί, αγαπημένοι γιορτάζουν τρώγοντας. Μετά; Ο Ιερός Νιπτήρας! Εκείνος, αθώος, ταπεινός, απλός, θα πλύνει τα πόδια και των 12 Αποστόλων Του. Θυμάται ο Ματθαίος, μάρτυρας και ο Λουκάς και ο πιο αγαπημένος, ο όλο παθιασμένη πίστη Ιωάννης. Προσευχή! Ο Υιός στον Θεό! Παράκληση! Ο γιός προς πατέρα! Φόβος! Ο άνθρωπος μπροστά στο Θάνατο! Και η προδοσία! Και η σύλληψη. Η αδικία! Η κακία! ¨ότι δε μας μοιάζει και είναι καλύτερο μας, ας το απομονώσουμε, ας το κοροϊδέψουμε, ας το πονέσουμε, ας στο βασανίσουμε, ας το ματώσουμε, ας το θανατώσουμε. Αλλά σε λίγο.
 
Ο τελευταίος δείπνος! Η μαζοχιστική σχεδόν ανάγκη να γευτείς χαρά, φιλία, μοίρασμα, νιάσιμο, οικειότητα απ το κρασί και το ζεστό φαγάκι. Εδώ είναι, όλα αυτά που θα χάσεις, για πάντα! Να καθίσεις γύρω από τραπέζι γιορτινό, στρωμένο όμορφα με φαγητά φτιαγμένα κυρίως από αγάπη και με καλά τραπεζομάντιλα και σερβίτσια. Να στολίσεις ένα βάζο με πολύχρωμα αγριολούλουδα. Να 'χεις ανοιχτό παράθυρο να μπαίνει ελαφρά ψυχρός και μοσχοβολιστός ο αέρας ο ανοιξιάτικος, μίγμα πασχαλιάς, κυκλάμινου, ανθών λεμονιάς και νυχτολούλουδου. Να ανεμίζει ελαφρά, σα κύμα, η λευκή κουρτίνα. Να 'χει η αρμονία, η γαλήνια, η ευδαιμονία του δείπνου, του τελευταίου δείπνου, την υπόσχεση της ομορφιάς που παρ' ολίγον αγγίχτηκε και μετά γλίστρησε και έφυγε και πάει. Να μοιάζει η γαλήνη αιωνιότητα και πως το κακό, δεν βρίσκεται έξω από την πόρτα και μοχθηρό, όλο θάνατο και σκοτάδι καραδοκεί να σε καταπιεί,  δίνοντας του την τελευταία και μεγαλύτερη οδύνη.
 
Η καθημερινή σταύρωση, ετοιμάζεται. Η προδοσία χαμογελάει πλάι σου, πίνει από το γλυκό κρασί σου, σου τρυφερεύει. Πολύ πιο μισητή από το ίδιο το τέλος. Πολύ πιο ύπουλη, ραδιούργα, ψεύτρα, απατηλή. Και εσύ κάθε μέρα να μοιράζεις το ψωμί σου και να προκαλείς: «έλα, λοιπόν, πρόδωσε με να τελειώνουμε». Για έναν που θα σε προδώσει, υπάρχουν άλλοι 11 να σ' αγαπούν και να πονέσουν με τον χαμό σου και την απουσία σου.
«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι την γην κρεμάσας. Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται, ο των αγγέλων βασιλεύς. Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται, ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις. Ράπισμα κατεδέξατο, ο εν Ιορδάνη ελευθερώσας τον Αδάμ. Ήλοις προσηλώθη, ο νυμφίος της Εκκλησίας. Λόγχη εκεντήθη, ο υιός της Παρθένου. Προσκυνούμεν σου τα Πάθη, Χριστέ. Δείξον ημίν και την ένδοξόν σου Ανάστασιν».
 
Και η νύχτα δε ξημερώνει. Βαραίνει ο αγέρας από τα λουλούδια που ανασαίνουν μόνο τα βράδια. Χρώματα, αρώματα, να μπλέκονται, με την υπογραμμιστική, βασανιστική ομορφιά τους. Θα μαραθούν, θα πεθάνουν πάνω στον τάφο Του με τον καιρό να περνάει. Θα διαλυθούν. Ό, τι όμορφο γεννιέται, να πεθαίνει κιόλας! Τι θλιβερό! Τι ειλικρινές! Τι αδυσώπητο μαρτύριο και καταδίκη. «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος». Τα άνθη μπλέκονται σε στεφάνια και στολίδια. Το τελευταίο αντίο. Και ύστερα. η προσμονή. γιατί πάντα, σε κάθε θρησκεία, όλες τις εποχές των ανθρώπων, Ανάσταση των δικών μας νεκρών αγαπημένων, επιθυμιών, προσδοκιών, προσευχών, θα προσδοκούμε. Και των ανθρώπων. «οι νεκροί ακούσονται της φωνής του Υιού του Θεού και οι ακούσαντες ζήσονται». 
 
Αμήν.   

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο