Τη διαφωνία τους με τις  προωθούμενες ιδιωτικοποιήσεις εξέφρασαν ο  πρόεδρος της ΓΣΕΕ Γιάννης Παναγόπουλος και της ΑΔΕΔΥ Σπύρος Παπασπύρος, κάνοντας λόγο για «εκποίηση της δημόσιας περιουσίας», κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου την Παρασκευή.

Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε ενόψει του 12ου συνεδρίου της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων στην Αθήνα με θέμα: «Κινητοποίηση για την Κοινωνική Ευρώπη» οι εργασίες του οποίου ξεκινούν την ερχόμενη Δευτέρα.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ, το αποτέλεσμα δεν θα είναι σημαντικό εφόσον η χρηματιστηριακή αποτίμηση των εισηγμένων τουλάχιστον δημοσίων επιχειρήσεων δεν είναι μεγαλύτερο από 5 δισ. ευρώ.

    Ο κ. Παναγόπουλος αναγνώρισε, ότι στην Ελλάδα υπάρχει πρόβλημα φοροδιαφυγής, εισφοροδιαφυγής και μαύρης εργασίας που ενισχύεται από το μεταναστευτικό ρεύμα καθώς και δομικά προβλήματα της οικονομίας και πρόσθεσε ότι αντί για διόρθωση των στρεβλώσεων επιλέχθηκε η εύκολη λύση της οριζόντιας μείωσης των εισοδημάτων.

    Απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου, ο οποίος του ζήτησε να σχολιάσει τις χθεσινές δηλώσεις του κ. Σαμαρά για τους συνδικαλιστές, ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ είπε ότι κατ’ αρχήν δεν θα είχε αντίρρηση να συμφωνήσει με τον πρόεδρο της ΝΔ., πρόσθεσε όμως ότι «δεν είμαστε ιδιοκτήτες των ΔΕΚΟ, όμως ούτε ο κ. Σαμαράς ούτε τα κόμματα τα οποία λειτούργησαν σαν τσιφλικάδες των δημοσίων επιχειρήσεων, για να εξυπηρετήσουν πελατειακές σχέσεις έχουν το δικαίωμα να υποστηρίζουν την πώληση μιας δημόσιας περιουσίας η οποία όχι μόνο αποκτήθηκε με αίμα και ιδρώτα αλλά διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για την οικονομία και τα συμφέροντα του ελληνικού λαού».

 Ο γενικός γραμματέας της Συνοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων Τζον Μονκς, από την πλευρά του, τόνισε ότι το ρόβλημα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι ελληνικό αλλά ευρωπαϊκό.

Ο κ. Μονκς τάχθηκε υπέρ της επιμήκυνσης του ελληνικού χρέους, σε συνεργασία με τους βασικούς πιστωτές με παράλληλη μείωση των δόσεων, χαμηλότερα επιτόκια και χαλάρωση των μέτρων λιτότητας. «Σε διαφορετική περίπτωση» είπε, «το τίμημα που θα χρειαστεί να καταβάλει η Ελλάδα θα είναι δυσβάσταχτο». Τάχθηκε ακόμη, υπέρ της έκδοσης ευρωομολόγου και την επιβολή κοινής ευρωπαϊκής φορολογίας στο 1% ή και στο 2% του ΑΕΠ, ώστε να υπάρξει μεταφορά κεφαλαίων από τις πλεονασματικές χώρες της Ευρώπης στις ελλειμματικές. Υποστήριξε ότι οι πολιτικές που ασκούνται σήμερα οφείλονται στον πανικό των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και τόνισε ότι δεν είναι μονόδρομος.