Συνέντευξη Συρίγου στο newpost για το βιβλίο του «Ελληνοτουρκικές σχέσεις»

Συνέντευξη Συρίγου στο newpost για το βιβλίο του «Ελληνοτουρκικές σχέσεις»

Το νέο βιβλίο, με τίτλο “Ελληνοτουρκικές Σχέσεις”, του καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου Άγγελου Συρίγου παρουσιάσθηκε τη Δευτέρα μπροστά σε ένα πολυπληθές, αλλά και «επώνυμο», ακροατήριο στο Μέγαρο Φίλων της Μουσικής.

Την παρουσίαση έκαναν ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς, ο πρώην υφυπουργός, δικαστής σε διεθνή δικαστικά όργανα και ομότιμος καθηγητής του ΕΚΠΑ Χρήστος Ροζάκης, και ο διευθυντής της «Καθημερινής» Αλέξης Παπαχέλας.

Το Newpost ήταν εκεί, και έκανε στον συγγραφέα τις ερωτήσεις του.

Γιατί επιλέξατε να ασχοληθείτε με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις;

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις με συνοδεύουν από τότε που άρχισα να συνειδητοποιώ την πολιτική πλευρά των πραγμάτων. Η εισβολή στην Κύπρο και η αποκατάσταση της δημοκρατίας που ακολούθησε, ήταν η αιτία που η γενιά μου εντάχθηκε απότομα στον κόσμο των ενηλίκων εκείνο το καλοκαίρι του 1974. Εκείνη την εποχή πρωτάκουσα λέξεις περίεργες, που χρόνια αργότερα θα μελετούσα επιστημονικά: «υφαλοκρηπίδα», «χωρικά ύδατα», «μειονότητες». Τα επόμενα χρόνια κύλησαν μέσα σε διαρκείς εντάσεις με την Τουρκία, βοηθώντας στην αμείωτη διατήρηση του ενδιαφέροντός μου για τα ελληνοτουρκικά.

Το βιβλίο σας καλύπτει σχεδόν έναν αιώνα εξωτερικής πολιτικής – από το 1922 έως σήμερα. Είναι ένα πλούσιο σε πληροφορίες και μεγάλο σε όγκο βιβλίο. Πόσο καιρό σας πήρε η συγγραφή του;

Η καθ’ αυτό συγγραφή διήρκεσε περισσότερα από πέντε χρόνια. Η συλλογή, όμως στοιχείων και πηγών έχει ξεκινήσει ουσιαστικά από τη δεκαετία του 1990, όταν πρωτοσυνεργάσθηκα με το Υπουργείο Εξωτερικών με την επιστημονική μου ιδιότητα ως ειδικός στο δίκαιο της θάλασσας. Γενικότερα, πάντως, το γεγονός ότι τις τελευταίες δύο δεκαετίες συμμετείχα στον χειρισμό αρκετών θεμάτων που σχετίζονται με τα ελληνοτουρκικά, μου έδωσε τη δυνατότητα να παρακολουθήσω από πρώτο χέρι την εξέλιξη αυτών των σχέσεων.

Στην παρουσίαση του βιβλίου ακούστηκε ότι υπήρχε κενό στη σχετική βιβλιογραφία.

Παρ’ ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις προσδιορίζουν την ελληνική εξωτερική πολιτική, είναι περίεργο που το τελευταίο συνολικό σύγγραμμα για το θέμα εξεδόθη το 1987. Έχουν περάσει έκτοτε 27 χρόνια. Εάν δεν ξέρουμε καλά τί συμβαίνει στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, εάν δεν έχουμε την ιστορική μνήμη, κινδυνεύουμε να τα ξαναζήσουμε. Είναι δε πράγματα που αναρωτιέσαι, πώς δεν τα ξέρουμε.

Θα μας δώσετε ένα παράδειγμα τέτοιου γεγονότος;

Βεβαίως! Μετά τη μικρασιατική καταστροφή συνελήφθησαν ως όμηροι 220.000-280.000 άτομα, κυρίως άνδρες ηλικίας από 14 έως 65 ετών. Μόνον στη Σμύρνη συνελήφθησαν 125.000 άτομα. Για αυτούς τους αιχμαλώτους του 1922 πρωτάκουσα από οικογενειακές ιστορίες και διάβασα στο βιβλίο του Ηλία Βενέζη, “Το Νούμερο 31328”. Δεν υπάρχει, όμως, κάποιο κείμενο που να δίνει συνολικά το μέγεθος της καταστροφής. Πόσοι συνελήφθησαν και κυρίως πόσοι επέστρεψαν; Μετά από έρευνα διαπίστωσα ότι από τις εκατοντάδες χιλιάδες επέστρεψαν μόλις 320 πολίτες! Μεταξύ αυτών δεν υπήρχε ούτε μία γυναίκα ή παιδί! Αυτό είναι κάτι που αγνοούμε και έχει πολλαπλές αναγνώσεις. Μία πρώτη ανάγνωση αφορά στην έκταση της καταστροφής. Μία άλλη ανάγνωση αφορά στο ψυχικό σθένος και στα πραγματικά ηγετικά χαρακτηριστικά που είχαν οι πολιτικοί εκείνης της εποχής. Οκτώ χρόνια μετά την τρομερή αυτή εξόντωση του πληθυσμού, είχαν το σθένος να επιδιώξουν ειρήνευση και συνεργασία με την Τουρκία, διότι αυτό επέβαλλε το συμφέρον της Ελλάδος, που κινδύνευε από τον αναθεωρητισμό της Βουλγαρίας και την επιθετικότητα της Ιταλίας.

Κοιτώντας μπροστά, υπάρχει πιθανότητα να ζήσουμε ειρηνικά με τους Τούρκους;

Νομίζω ότι την απάντηση στο ερώτημά σας τη δίνουν οι ελληνο-βουλγαρικές σχέσεις. Οι πολεμικές συγκρούσεις με τους Βουλγάρους είναι πολύ πιο μακρόχρονες απ’ ό,τι με τους

Τούρκους. Ξεκινούν από το 680 μ.Χ., όταν οι Βυζαντινοί συγκρούσθηκαν με τους πρώτους Βουλγάρους, δηλαδή τέσσερις αιώνες πριν εμφανισθούν οι Τούρκοι στην ευρύτερη περιοχή. Αυτό συνεχίζεται και στη νεότερη ιστορία του ελληνικού έθνους. Η πιο πρόσφατη σύγκρουση ήταν αυτή της τριπλής γερμανικής, ιταλικής και βουλγαρικής κατοχής το 1941-44, και του εμφυλίου που ακολούθησε. Με τη Βουλγαρία, όμως, οικοδομήθηκαν από τη δεκαετία του 1970 άριστες σχέσεις. Ο άξονας Αθηνών-Σόφιας λειτούργησε σταθεροποιητικά σε περιόδους όπου οι δύο χώρες ανήκαν σε αντίπαλους στρατιωτικούς συνασπισμούς. Παρά τη μακροχρόνια διαμάχη, οι δύο χώρες συνεχίζουν φιλικά την πορεία τους σήμερα λόγω της υπάρξεως κοινών συμφερόντων που είναι πιο σημαντικά από τις όποιες διαφορές.

Και βλέπετε εδώ έναν παραλληλισμό;

Ενδεχομένως! οι διαφορές μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας οφείλονται σε αντικρουόμενα συμφέροντα, ιδίως ως προς τον ρόλο που επιθυμεί κάθε χώρα να διαδραματίσει στην ανατολική Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και τον Εύξεινο Πόντο. Στη γεωπολιτική σκακιέρα της ανατολικής Μεσογείου η Ελλάδα διαθέτει δύο κρίσιμα ερείσματα: την Κύπρο, που τη φέρνει σε επαφή με τα κράτη της Μέσης Ανατολής, και το Αιγαίο, στο οποίο η απόλυτη ελληνική κυριαρχία οδηγεί σε πλήρη έλεγχο των περασμάτων προς τον Εύξεινο Πόντο. Αυτά τα δύο στοιχεία προσπαθεί να ακυρώσει η τουρκική πολιτική, διότι συγκρούονται με τη δική της αντίληψη για τον ρόλο που θέλει να διαδραματίσει στην περιοχή. Για όσον καιρό δεν υπάρχει σύγκλιση συμφερόντων μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, θα υπάρχει αυτή η αντιπαλότητα, όπως άλλωστε υπήρχε στο παρελθόν και με τη Βουλγαρία.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο