Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα πριν την έναρξη της απογραφής κτιρίων και πληθυσμού αποφάνθηκε επί της νομιμότητάς της και έκρινε ότι δεν υπήρχε το απαιτούμενο νομοθετικό πλαίσιο για τα ερωτήματα που είχαν περιληφθεί στα αρχικά ερωτηματολόγια, αναφορικά με την προστασία των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων.
Έτσι, τα νομοθετικά κενά καλύφθηκαν στο σύνολό τους (εκτός από ένα) με την, από 9 Μαΐου 2011, Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου και με τροποποιητική και συμπληρωματική υπουργική απόφαση. Τα δύο αυτά νομοθετήματα εκδόθηκαν και δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μία ημέρα πριν την έναρξη της απογραφής, δηλαδή στις 9 Μαΐου 2011.

Υπενθυμίζεται ότι η απογραφή ξεκίνησε στις 10 Μαΐου 2011 και θα ολοκληρωθεί στις 24 Μαΐου 2011.

Η Ολομέλεια της Αρχής με την υπ' αριθμ. 52/2011 απόφασή της εντόπισε προβλήματα στο νομοθετικό πλαίσιο για την απογραφή του 2011, ενώ παράλληλα έκανε συστάσεις για τις μελλοντικές απογραφές που θα διεξαχθούν.

Τα μέλη της Αρχής, υπογραμμίζουν στη 30σέλιδη απόφασή τους, ότι το αρχικό νομοθετικό πλαίσιο (πριν την έκδοση της ΠΝΠ και της υπουργικής απόφασης) δεν περιελάμβανε τις δέουσες εγγυήσεις για την προστασία των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων.

Στην απόφαση της Αρχής επισημαίνεται ότι τα αρχικά ερωτηματολόγια προέβλεπαν τη συλλογή ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, όπως είναι η ασθένεια ως λόγος μειωμένης απασχόλησης, κ.λπ.

Επίσης, την αντίθεσή της εξέφρασε η Αρχή στο αρχικό ερωτηματολόγιο που προέβλεπε ότι μπορούν να δηλώνονται ως μόνιμη κατοικία σανατόρια, ψυχιατρεία, κλινικές, νοσοκομεία, μοναστήρια, φυλακές και αναμορφωτήρια. Και αυτό γιατί είναι δυνατόν να εξαχθούν πληροφορίες που ανάγονται στην υγεία, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις ή ακόμη να εξαχθεί ότι σε κάποια άτομα έχει επιβληθεί ποινική καταδίκη ή αναμορφωτικά μέτρα.

Μάλιστα, αναφέρει χαρακτηριστικά η Αρχή ότι ανακύπτουν νομικά προβλήματα κατά την απογραφή των ατόμων που διαμένουν σε συλλογικά καταλύματα (ψυχιατρεία, φυλακές, κ.λπ.), καθώς εκτός του ότι συνδέονται με ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, μπορεί να οδηγήσουν σε κοινωνικό στιγματισμό. Και εν πάσει περιπτώσει, προσθέτει η Αρχή, για την κατηγορία αυτή των απογραφομένων, θα μπορούσαν να παραλείπονται τα στοιχεία που αφορούν στην εργασία και το μορφωτικό επίπεδο τους.

Ακόμη, η Αρχή πρότεινε μελλοντικά για τους διαμένοντες σε συλλογικά καταλύματα, να εφαρμοστεί το πρότυπο άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπου ο απογραφόμενος στέλνει το ερωτηματολόγια ταχυδρομικώς και ατελώς χωρίς να έρχεται σε προσωπική επαφή με τον απογραφέα υπάλληλο.

Τέλος, θέμα έθεσε η Αρχή, μεταξύ των άλλων, για το αρχικό χρόνο διαγραφής των στοιχείων που οδηγούν στην ταυτοποίηση των ατόμων και το χρόνο καταστροφής των ερωτηματολογίων, αλλά και των μέτρων ασφαλείας των στοιχείων που συλλέγονται.

Όπως έγινε γνωστό αρμόδιοι φορείς της πολιτείας συμμορφώθηκαν στις παρατηρήσεις της Αρχής, εκτός από αυτήν που αναφέρεται στην απογραφή των φιλοξενουμένων, και εν συνεχεία άρχισε η απογραφή πληθυσμού και κατοικιών.