Καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας καταδικάστηκε από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης σε ποινή κάθειρξης δέκα ετών και τριών μηνών, επειδή κακοποιούσε συστηματικά τη σύζυγό του και τα παιδιά του. Μάλιστα, η σφοδρότητα των χτυπημάτων του είχαν ως αποτέλεσμα η άτυχη γυναίκα να χάσει το φως της.
Ο 55χρονος -σήμερα- ακαδημαϊκός κρίθηκε ένοχος για τα αδικήματα της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, της σωματικής βλάβης ανηλίκων και της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας.

Η 54χρονη σύζυγός του περιέγραψε με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες στο δικαστήριο το μαρτύριο που έζησε για επτά χρόνια, από το 1998 έως το 2005.

Κατά την πολύωρη κατάθεσή της αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα περιστατικά ξυλοδαρμού και ωμής βίας. Σε ένα απ’ αυτά, μάλιστα, τη χτύπησε στο πρόσωπο, προκαλώντας θλάση στο δεξί της μάτι, με συνέπεια, οκτώ μήνες αργότερα, να χάσει ολικά την όρασή της (σ.σ. ήταν ήδη τυφλή από το αριστερό μάτι). Λίγο καιρό αργότερα, την χτύπησε με τέτοια μανία που υπέστη ρήξη τύμπανου στο δεξί αφτί.

Όπως είπε, οι απειλές και οι βιαιοπραγίες ήταν σχεδόν στην ημερήσια διάταξη. «Μία μέρα, άρπαξε ένα καλτσόν, το τύλιξε γύρω από το λαιμό μου και επιχείρησε να με πνίξει, αλλά την τελευταία στιγμή έκανε πίσω». «Σε άλλη περίπτωση -πρόσθεσε- αποπειράθηκε να βάλει φωτιά στα μαλλιά μου, ενώ, με απειλούσε, τοποθετώντας ένα μαχαίρι στο λαιμό μου, ότι θα με σκοτώσει αν μιλήσω στην Αστυνομία».

«Είχε επιβάλλει ένα καθεστώς τρομοκρατίας. Δεν είχα το θάρρος όλα αυτά τα χρόνια να τον μηνύσω γιατί φοβόμουν ότι θα ξεσπούσε στα παιδιά», δικαιολόγησε την επιλογή της να σιωπήσει και να μην τον καταγγείλει εξ αρχής στις αρμόδιες αρχές.

Θύματα της ωμής βίας έπεσαν και τρία από τα πέντε του παιδιά, εκ των οποίων τα δύο ήταν ανήλικα.

Απολογούμενος στο δικαστήριο, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε μέρος των όσων του αποδίδονται. Απέδωσε το περιστατικό που οδήγησε στην τύφλωση της γυναίκας του στην «κακιά στιγμή» και είπε ότι «οι συγγενείς της θέλανε να μας χωρίσουν».

Το πρωτόδικο δικαστήριο, το 2008, του είχε επιβάλλει ποινή κάθειρξης, 16 ετών.