Οι όροι ατομικών συμβάσεων που είναι δυσμενέστεροι για τους εργαζόμενους (πχ αποδοχές χαμηλότερες από τις προβλεπόμενες από την εφαρμοζόμενη κλαδική συλλογική σύμβαση) είναι άκυροι, σύμφωνα με στελέχη του Υπουργείου Εργασίας.
Επιπλέον, ο εργαζόμενος, ακόμη και αν συμφώνησε υπογράφοντας ατομική σύμβαση, μπορεί να προσφύγει δικαστικά, ο δε εργοδότης αντιμετωπίζει τον κίνδυνο διοικητικών και ποινικών κυρώσεων.

Αν η κλαδική συλλογική σύμβαση έχει λήξει και έχει παρέλθει η μετενέργεια των 6 μηνών, τότε συλλογική ρύθμιση μπορεί να γίνει μόνο με την υπογραφή ειδικής επιχειρησιακής σύμβασης.

Αυτό ισχύει και στην περίπτωση της επέκτασης των κλαδικών συμβάσεων.

Η επέκταση δεσμεύει εργοδότες και εργαζόμενους, που δεν είναι μέλη των επαγγελματικών ενώσεων οργανώσεων που υπογράφουν, αλλά σύμφωνα με τα καταστατικά αυτών των ενώσεων, θα μπορούσαν να είναι μέλη τους. Η επέκταση ισχύει από την ημέρα, που υποβλήθηκε σχετική αίτηση.

Πρόσφατα το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας γνωμοδότησε θετικά υπέρ της επέκτασης 66 κλαδικών συμβάσεων από τις 72 που είχαν υποβληθεί.

Απορρίφθηκαν συμβάσεις μόνο για τυπικούς λόγους επειδή είχαν υποβληθεί από ενώσεις που δεν αντιπροσώπευαν το 51% των εργαζομένων στον κλάδο, όπως προβλέπει ο νόμος.

Μετά την γνωμοδότηση του ΑΣΕ οι συμβάσεις θα υποβληθούν στην Υπουργό Εργασίας η οποία έχει την αρμοδιότητα να κηρύξει τη συλλογική σύμβαση ως υποχρεωτική.

Στο στάδιο αυτό δεν αναμένονται εκπλήξεις δεδομένου ότι η Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Λούκα Κατσέλη είχε επανειλημμένα δηλώσει ότι αποτελεί πάγια πολιτική του Υπουργείου να προωθούνται οι επεκτάσεις οι οποίες είναι στο πλαίσιο της εισοδηματικής πολιτικής και της Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.