Αθώοι κρίθηκαν σε δεύτερο βαθμό, από το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, τρεις νεαροί που κατηγορούνταν για συμμετοχή σε επεισόδια κατά τον εορτασμό της επετείου του Πολυτεχνείου, το 2006, το βράδυ του ξυλοδαρμού από αστυνομικούς του Κύπριου Αυγουστίνου Δημητρίου. Καταλυτική -ως προς την ετυμηγορία του δικαστηρίου- ήταν η κατάθεση μάρτυρα-αστυνομικού, ο οποίος ομολόγησε -μετά και την ανάλυση οπτικού υλικού- ότι οι συλλήψεις τους έγιναν «κατά λάθος», καθώς, η εντολή που είχε δοθεί ήταν να συλληφθούν τέσσερις άλλοι νεαροί που κινούνταν στην ίδια περιοχή, κοντά στα πανεπιστήμια, και εθεάθησαν να προκαλούν επεισόδια.

Το αξιοσημείωτο, πάντως, είναι ότι ανάμεσα στην 4μελή -αυτή- ομάδα ήταν κι ο Αυγουστίνος Δημητρίου, ο οποίος λίγο αργότερα κατά τη σύλληψή του έπεσε θύμα ξυλοδαρμού. Μάλιστα, στη δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος των συλληφθέντων εκείνων των επεισοδίων περιλήφθηκε κι ο Κύπριος, αλλά η υπόθεση του διαχωρίστηκε αργότερα και εξακολουθεί να εκκρεμεί στα ποινικά δικαστήρια.

Οι τρεις παραπάνω νεαροί, που πρωτόδικα είχαν καταδικαστεί με την αυτόφωρη διαδικασία σε φυλάκιση 16 μηνών με 3ετή αναστολή, από την πρώτη στιγμή υποστήριζαν την αθωότητά τους, λέγοντας ότι οι συλλήψεις του ήταν τυχαίες.

Δύο καταδίκες για την ίδια υπόθεση

Αντίθετα, για τα ίδια επεισόδια κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 9 μηνών, με τριετή αναστολή (από 16 μήνες με αναστολή), δύο άλλοι νεαροί που κάθισαν στο εδώλιο του ίδιου δικαστηρίου.

Πρόκειται για έναν άντρα και μία γυναίκα, οι οποίοι κρίθηκαν ένοχοι για τις πράξεις της στάσης, της διατάραξης κοινής ειρήνης και της απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης.

Σύμφωνα με τη δικογραφία, έχοντας ως «ορμητήριο» το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, πετούσαν πέτρες και κομμάτια από μάρμαρα σε αστυνομικές δυνάμεις, που ήταν παρατεταγμένες απέναντι από το κτίριο της παλιάς Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου.

Οι δύο κατηγορούμενοι δεν παρέστησαν στο δικαστήριο και δικάστηκαν δια πληρεξούσιου δικηγόρου.