Το τέλος της ανωνυμίας των bloggers που είχε βάλει το 2009 ο τότε εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Σανιδάς και επικύρωσε εν συνεχεία ο σημερινός εισαγγελέας Ιωάννης Τέντες επαναλαμβάνει σήμερα με νέα γνωμοδότησή του ο αντεισαγγελέας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αθανάσιος Κατσιρώδης. Ο κ. Κατσιρώδης επανέρχεται στο θέμα αυτό ύστερα από νέο ερώτημα του Τμήματος Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων Αρχαιοκαπηλίας και Ηθών της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής.

Ειδικότερα, το Τμήμα Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος υπέβαλε στην Ανώτατη Εισαγγελία το ερώτημα εάν ισχύουν οι δύο γνωμοδοτήσεις (9 και 12/2009) των κ.κ. Σανιδά και Τέντε μετά την επικύρωση της οδηγίας 2008/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με το νόμο 3917/2011 για την άρση του απορρήτου της επικοινωνίας και τη χορήγηση δεδομένων επικοινωνιών στις αρμόδιες αρχές.

Συγκεκριμένα, το ερώτημα είναι εάν μετά το Ν. 3917/2011 «οι πάροχοι υπηρεσιών Διαδικτύου, στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης ύστερα από παραγγελία εισαγγελέα που διενεργούνται από τη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, υποχρεούται να σας γνωστοποιούν τα στοιχεία του προσώπου στα οποία αντιστοιχούν ηλεκτρονικά ίχνη ή τηλεφωνικοί αριθμοί κλήσεως εγκληματικής πράξεως, συγκεκριμένης ημεροχρονολογίας, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας άρσεως του απορρήτου».

Υπενθυμίζεται ότι ο κ. Σανιδάς στη γνωμοδότησή του (9/2009) ανέφερε μεταξύ των άλλων ότι τα blogs στο Ιnternet δεν καταλαμβάνονται από το συνταγματικό απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης και επικοινωνίας που κατοχυρώνονται από το άρθρο 19 του Συντάγματος. Ούτε όμως για την άρση του απορρήτου πρέπει να έχει προηγηθεί άδεια της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου (ΑΔΑΕ) ή οποιασδήποτε άλλης Αρχής, ανέφερε ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός.

Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση του κ. Σανιδά, αίρεται το απόρρητο των στοιχείων όσων μέσα από τα blogs αναρτούν υβριστικά, απειλητικά ή εκβιαστικά δημοσιεύματα ή φωτογραφίες παιδικής πορνογραφίας ή διαπράττουν εν γένει εγκλήματα.

Επίσης, ο κ. Σανιδάς ανέφερε ότι το απόρρητο των επικοινωνιών δεν καλύπτει την επικοινωνία μέσω Ιnternet, αλλά ούτε και τα άλλα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας, όπως είναι ονοματεπώνυμο συνδρομητή, αριθμοί τηλεφώνων, χρόνος και τόπος κλήσεως κ.λπ.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον κ. Σανιδά, οι εισαγγελικές, ανακριτικές και προανακριτικές αρχές και πολύ περισσότερο τα Δικαστικά Συμβούλια και τα δικαστήρια, δικαιούνται να ζητούν από τους παρόχους των υπηρεσιών επικοινωνίας μέσω του Ιnternet (όπως είναι ο ΟΤΕ και οι άλλες εταιρείες κινητής τηλεφωνίας) τα «ηλεκτρονικά ίχνη» μιας εγκληματικής πράξεως, όπως είναι η ημέρα-χρονολογία και τα στοιχεία του προσώπου στο οποίο αντιστοιχεί το «ηλεκτρονικό ίχνος». Μάλιστα, οι εταιρείες υποχρεούνται να παραδίδουν τα στοιχεία χωρίς να προηγείται άδεια της ΑΔΑΕ, σύμφωνα πάντα με τον κ. Σανιδά.

Εξάλλου, ο κ. Σανιδάς σημείωνε ακόμη ότι η ΑΔΑΕ και οποιαδήποτε άλλη Ανεξάρτητη Αρχή «ούτε νομιμοποιείται ούτε δικαιούται να ελέγξει με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, το εάν η περί άρσεως ή μη του απορρήτου απόφαση των οργάνων της Δικαιοσύνης είναι σύννομη ή όχι». Μόνα αρμόδια να το κρίνουν αυτό είναι τα ίδια τα όργανα της Δικαιοσύνης, κατέληγε η πρώτη αυτή γνωμοδότηση του τότε εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Ακολούθησε στη συνέχεια η υπ’ αριθμ. 12/2009 γνωμοδότηση του κ. Τέντε ο οποίος επανέλαβε τις θέσεις του προκατόχου του κ. Σανιδά, κατόπιν σχετικού ερωτήματος της ΑΔΑΕ.

Αναλυτικότερα, ο κ. Τέντες υπογράμμιζε μεταξύ των άλλων ότι για την επικοινωνία μέσω Internet «δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος προστασίας του απορρήτου» στις περιπτώσεις που αναρτούν υβριστικά, απειλητικά ή εκβιαστικά δημοσιεύματα.

Ακόμη, ο κ. Τέντες ανέφερε στη γνωμοδότησή του ότι «οι περιπτώσεις στις οποίες οι ανακριτικές αρχές για την εντόπιση του δράστη εξυβριστικών, συκοφαντικών, απειλητικών, εκβιαστικών τηλεφωνικών κλήσεων ή μηνυμάτων, κατά την διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, προανακρίσεως ή κυρίας ανακρίσεως, κατόπιν εγκλήσεως κατά κανόνα του παθόντος, δέκτη των εν λόγω κλήσεων κ.λπ., ζητούν την ανακοίνωση εκ μέρους των παρόχων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στοιχείων σχετικών με την ταυτότητα ή τη θέση της συνδέσεως ή του χρήστη, εκφεύγουν του προστατευτικού πεδίου της διατάξεως του άρθρου 19 παράγραφος 1 του Συντάγματος».

Και συνέχιζε στη γνωμοδότησή του ο κ. Τέντες ότι «οι ανακριτικές αρχές, ανταποκρινόμενες στο προστατευτικό καθήκον του Κράτους, εκδηλούμενο ως θετική υποχρέωση αυτού προς διασφάλιση της ανεμπόδιστης και αποτελεσματικής ασκήσεως των δικαιωμάτων του ατόμου, κατ’ άρθρο 25 παράγραφος 1 του Συντάγματος, και ενεργούσες σύμφωνα με τη συνταγματική επιταγή για παροχή έννομης προστασίας (άρθρο 20 του Συντάγματος) και τιμωρήσεως των εγκλημάτων (άρθρα 96 1 παράγραφος και 87 παράγραφος 1 του Συντάγματος) μπορούν, στο πλαίσιο του δικαιώματός τους να συγκεντρώνουν τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία για τη βεβαίωση του εγκλήματος, να ζητούν τα προαναφερόμενα στοιχεία, χωρίς την προηγούμενη τήρηση της διαδικασίας άρσεως του απορρήτου του εκτελεστικού της διατάξεως του άρθρου 19 παράγραφος 1 εδάφιο β΄ του Συντάγματος Ν. 2225/1994, αφού δεν πρόκειται για απόρρητο».

Υπενθυμίζεται ότι η γνωμοδότηση του κ. Σανιδά είχε προκαλέσει, τότε, την αντίδραση της ΑΔΑΕ (η οποία απέστειλε και ερώτημα στον Τέντε), όπως και την αντίδραση του τότε προέδρου της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, Χρ. Γεραρή.

Τώρα, όπως αναφέρει στην υπ’ αριθμ. 9/2011 γνωμοδότησή του ο κ. Κατσιρώδης, οι δύο γνωμοδοτήσεις του κ. Σανιδά και του κ. Τέντε καταλήγουν συμπερασματικά ότι «οι αρμόδιες δικαστικές αρχές (εισαγγελικές, προανακριτικές, ανακριτικές κ.τ.λ.) μπορούν να ζητούν από τους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να τους γνωρίσουν τα στοιχεία εντοπισμού των προσώπων που τελούν διάφορα εγκλήματα (εκβίαση, δυσφήμηση, απειλή, εξύβριση κ.τ.λ.) με κακόβουλες κλήσεις ή μηνύματα ή μέσω Διαδικτύου, χωρίς να τηρούν την προβλεπόμενη διαδικασία άρσεως του απορρήτου».

Παράλληλα, ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου σημειώνει ότι ο νομοθέτης με τις ρυθμίσεις του Ν. 3917/2011 δεν θέλησε να εισαγάγει νέο περιοριστικό καθεστώς για τη χορήγηση «των εξωτερικών στοιχείων της επικοινωνίας».

Εξάλλου, υπογραμμίζει ο κ. Κατσιρώδης, οι γνωμοδοτήσεις του 2009 «δεν αφορούν αιτήματα οποιωνδήποτε ''αρμόδιων αρχών'' αλλά αιτήματα ανακριτικών αρχών, που ενεργούν σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές για παροχή έννομης προστασίας (άρθρο 20 του Συντάγματος) και τιμώρηση των εγκλημάτων (άρθρα 96 παράγραφος 1 και 67 παράγραφος 1 του Συντάγματος), τα οποία (αιτήματα) αναφέρονται σε περιπτώσεις στις οποίες δεν πρόκειται για απόρρητο κατά την έννοια του άρθρου 19 παράγραφος 1 του Συντάγματος».