Στάσιμες, στο 0,58% του ΑΕΠ, παρέμειναν την τελευταία δεκαετία οι επενδύσεις στην Έρευνα και την Καινοτομία στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ετήσιας έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανταγωνιστικότητα, που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα στις Βρυξέλλες.Ικανοποιητικές οι ελληνικές επιδόσεις στις επιστημονικές δημοσιεύσεις. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η στασιμότητα αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι μειώθηκαν (από 0,19% σε 0,16% του ΑΕΠ) οι ήδη περιορισμένες ιδιωτικές επενδύσεις στην έρευνα και την καινοτομία, παρά το γεγονός ότι οι δημόσιες επενδύσεις αυξήθηκαν από 0,39% σε 0,42%.

Σε γενικές γραμμές, η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι επενδύσεις στη έρευνα ήταν αισθητά χαμηλότερες από τους υψηλούς ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ, που γνώρισε η Ελλάδα την περίοδο 2000-2006, κατατάσσει δε την Ελλάδα στην ομάδα των χωρών με «μέτριες» επιδόσεις στην έρευνα και την καινοτομία, οι οποίες κυμαίνονται κάτω από το μέσο κοινοτικό όρο.

Βασική πρόκληση, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, για την ενίσχυση της καινοτομίας στην Ελλάδα, είναι η αποτελεσματικότητα στη χρηματοδότηση που προέρχεται από τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ, καθώς την περίοδο 2007-2013 η χώρα μας αναμένεται να δαπανήσει περίπου 4 δισ. ευρώ.

Στην έκθεσή της, η Επιτροπή τονίζει επίσης ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε διαδικασία «κάλυψης του χαμένου εδάφους», με εξάρτηση, όμως, από την εισαγόμενη τεχνολογία και τεχνογνωσία.

Στο θέμα του ανθρώπινου δυναμικού στην έρευνα, η Ελλάδα εμφανίζει επιδόσεις κάτω από το μέσο κοινοτικό όρο με 4,2 ερευνητές ανά 1.000 μονάδες του εργατικού δυναμικού (στην ΕΕ είναι 6,3). Ωστόσο, θετικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι το ποσοστό των ερευνητών και των κατόχων διδακτορικού τίτλου στους 25-24 ετών αυξάνεται με ταχύτερους ρυθμούς από ό,τι στην υπόλοιπη ΕΕ.

H Επιτροπή αναφέρει ακόμη ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε ικανοποιητική θέση, σε ό,τι αφορά τις δημοσιεύσεις επιστημονικού περιεχομένου, με 438 δημοσιεύσεις ανά 1 εκατ. του πληθυσμού, όταν ο κοινοτικός μέσος όρος είναι 491, με θετικές μάλιστα επιδόσεις στις δημοσιεύσεις που αναγνωρίζονται παγκοσμίως.

Τέλος, η Επιτροπή σημειώνει ότι υπάρχουν μεγάλα περιθώρια βελτίωσης στην τεχνολογική συνεργασία για την κατάθεση αιτήσεων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, καθώς μόνο το 35% εξ αυτών είναι το προϊόν συνεργασίας και το 65% από έναν και μόνο ερευνητή.