Μειωμένος κατά 2,7% (120 χιλ. άτομα) εμφανίζεται ο μέσος αριθμός των απασχολούμενων το 2010 σε σχέση με το 2009, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μελέτης της Icap Group (με τη χρήση στοιχείων από την Ελληνική Στατιστική Αρχή ΕΛΣΤΑΤ) στην οποία επισημαίνεται ότι για πρώτη φορά οι απασχολούμενοι είναι λιγότεροι από τους μη οικονομικά ενεργούς. Ειδικότερα, το εργατικό δυναμικό των 5,01 εκατ. ατόμων της Ελλάδος αντιστοιχούσε στο 53,8% του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας (άτομα ηλικίας > 15 ετών) ενώ ο αριθμός των απασχολουμένων, ο οποίος διαμορφώθηκε σε 4,30 εκατ. άτομα (δ΄ τρίμηνο 2010) αντιστοιχεί στο 46,1% του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας. Από την άλλη πλευρά, 4,31 εκατ. άτομα (το 46,2% του παραγωγικού πληθυσμού) δεν είναι ενταγμένο στην αγορά εργασίας είναι δηλαδή οικονομικά μη ενεργό ενώ το πρώτο τρίμηνο του 2011 η διαφορά διευρύνεται περαιτέρω.

Η αρνητική οικονομική συγκυρία φαίνεται να έπληξε κυρίως τους μισθωτούς απασχολούμενους ενώ από το γ΄τρίμηνο του 2009 παρατηρείται σημαντική μείωση και στην κατηγορία των (μικρο)εργοδοτών (απασχολούμενοι με προσωπικό). Αντίστοιχα δε ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει την αγορά εργασίας κατά τα τελευταία έτη είναι η συνεχής αύξηση του ποσοστού των προσωρινά απασχολουμένων.

Συγκεκριμένα το ποσοστό της προσωρινής εργασίας (ως προς το σύνολο των μισθωτών) ανήλθε το δ΄τρίμηνο του 2010 σε 12,3% ενώ το κατά το δ΄ τρίμηνο του 2008 ήταν 11,8%. Όπως διαπιστώνεται από τα στοιχεία της έρευνας και με δεδομένο ότι η προσωρινή εργασία παρουσιάζει έντονη εποχικότητα, παρατηρείται αύξηση το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο κάθε έτους, η οποία οφείλεται στην αύξηση της τουριστικής κίνησης το συγκεκριμένο διάστημα.

Αναφορικά με τους κλάδους που επηρεάστηκαν περισσότερο τη τελευταία διετία από τη μείωση της απασχόλησης, αυτοί που δέχτηκαν το μεγαλύτερο πλήγμα ήταν οι κλάδοι της μεταποίησης και των κατασκευών. Μείωση καταγράφηκε και στους κλάδους του τριτογενούς τομέα με εξαίρεση τον κλάδο των δραστηριοτήτων ανθρώπινης υγείας και κοινωνικής μέριμνας, τον κλάδο ενημέρωσης και επικοινωνίας μέχρι και το β' τρίμηνο του 2010, καθώς και τον κλάδο των χρηματοπιστωτικών και ασφαλιστικών δραστηριοτήτων, επίσης για το 2010. Από την άλλη πλευρά, εντυπωσιακή ήταν η αύξηση της απασχόλησης του πρωτογενούς τομέα (γεωργία, δασοκομία και αλιεία) μέχρι και το γ΄τρίμηνο του 2010.

Περαιτέρω, εξετάζοντας τις μεταβολές της απασχόλησης ανά μορφωτικό επίπεδο, διαπιστώνεται ότι κατά κύριο λόγο μειώνονται οι απασχολούμενοι με απολυτήριο μέσης εκπαίδευσης και αυτοί με απολυτήριο δημοτικού, ενώ αυξάνονται οι απασχολούμενοι με διδακτορικό ή μεταπτυχιακό.

Στη μελέτη αναλύθηκαν τα στοιχεία ανεργίας και καταγράφηκε εκτίναξη του πλήθους των ανέργων κατά το τελευταίο έτος, δεδομένων των συνθηκών οικονομικής ύφεσης που επικρατούν. Κατά το δ΄τρίμηνο του 2010, ο αριθμός των ανέργων στη χώρα μας διαμορφώθηκε σε 712.605 άτομα, αυξημένος κατά 14,5% σε σχέση με το γ΄τρίμηνο του έτους και κατά 38,4% έναντι του δ΄τριμήνου του 2009 (514.401 άνεργοι), υπήρξε δηλαδή απώλεια 198.200 θέσεων εργασίας. Η αρνητική αυτή εξέλιξη συνεχίζεται, καθώς ο αριθμός των ανέργων αυξήθηκε σε 815.924 τον Απρίλιο του 2011. Μάλιστα στελέχη του Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ εκτιμούν ότι στα τέλη του τρέχοντος έτους ο δείκτης της επίσημα καταγεγραμμένης ανεργίας θα ανέλθει στα επίπεδα του 17%-18%.

Η άνοδος του ποσοστού ανεργίας συνοδεύτηκε και από διαφοροποίηση της σύνθεσης των ανέργων ως προς διάφορα χαρακτηριστικά (ηλικία, φύλλο, μόρφωση κλπ.). Εξετάζοντας τη σύνθεση των συνολικά καταγεγραμμένων ανέργων με βάση την ηλικία προκύπτουν ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Από τους 712.065 άνεργους (δ΄τρίμηνο του 2010), ποσοστό 40,67% (290 χιλ. περίπου) είναι άτομα ηλικίας 30-44 ετών, ενώ το 37,15% είναι νέοι ηλικίας 15-29 ετών.

Λαμβάνοντας όμως υπόψη τον πληθυσμό κάθε ηλικιακής ομάδας και τους αντίστοιχους ανέργους της, φαίνεται ότι η ομάδα που κατ΄εξοχήν πλήττεται από την ανεργία είναι τα άτομα ηλικίας 15-29, όπου το ποσοστό ανεργίας είναι το υψηλότερο, καθώς φτάνει το 28% (23,9% για τους άνδρες, 33% για τις γυναίκες).

Όσον αφορά στο επίπεδο εκπαίδευσης, το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται σε όσους δεν έχουν πάει καθόλου σχολείο (23%). Ακολουθούν οι απόφοιτοι Ανώτερης Τεχνολογικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (16,5%) και οι απόφοιτοι τριτάξιας μέσης εκπαίδευσης (16,4%). Τα χαμηλότερα ποσοστά ανεργίας παρατηρούνται σε όσους έχουν διδακτορικό ή μεταπτυχιακό (8,3%) και στους πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.