Καταθέσεις – σοκ στη δίκη για τη Marfin: «Μας φώναζαν “να καείτε”»

Καταθέσεις – σοκ στη δίκη για τη Marfin: «Μας φώναζαν “να καείτε”»

Άρχισε σήμερα, έξι ολόκληρα χρόνια μετά, η δίκη για τον εμπρησμό του υποκαταστήματος της Marfin στην οδό Σταδίου, όπου έχασαν τη ζωή τους τρία άτομα, μεταξύ τους και μία έγκυος 4 μηνών.

Στο εδώλιο κάθισαν δύο κατηγορούμενοι που αντιμετωπίζουν κατά περίσταση σειρά αδικημάτων, μεταξύ των οποίων, ανθρωποκτονία από πρόθεση, απόπειρα ανθρωποκτονίας, έκρηξη, κατασκευή και κατοχή εκρηκτικής βόμβας.

Στις καταθέσεις τους, οι υπάλληλοι του υποκαταστήματος της τράπεζας περιέγραψαν τις δραματικές στιγμές που έζησαν κατά τη διάρκεια της επίθεσης, της προσπάθειας απεγκλωβισμού τους.

«Ζήσαμε την αγωνία του θανάτου πάρα πολλή ώρα,  δεν ξέραμε αν θα ζούμε στα επόμενα 5 λεπτά. Αναρωτιόμασταν, γιατί δεν βλέπουμε την πυροσβεστική, άκουσα μετά ότι εμποδίστηκε από κάποιους διαδηλωτές. Θυμάμαι ότι μας έβριζαν, περπατούσαν και μας φώναζαν "να καείτε, να καείτε"», υποστήριξε στην κατάθεσή του υπάλληλος της τράπεζας.

Άλλος υπάλληλος αναφέρθηκε σε άτομο μεταξύ του πλήθους, που μετά την πυρκαγιά φαινόταν κατά τα λεγόμενα του να ρίχνει ένα υγρό το οποίο αναζωπύρωνε την εστία.

Όπως είπε στην κατάθεσή του, «προσπάθησα να κατέβω στο ισόγειο για να σβήσω τη φωτιά. Είδα φλόγες που έγλειφαν το ισόγειο και ανέβηκα πανω. Στο μπαλκόνι, στο 2ο όροφο ήταν 2 συνάδελφοι, και μου είπαν «αυτοί έρχονται και πετάνε κι άλλο». Έσκυψα και είδα κάποιον στο σημείο που είχε σπάσει η τζαμαρία, που κρατούσε κάνιστρο και κάτι έριχνε, ή έτσι φαινόταν. Το έκανε  2-3 φορές και όταν έφευγε ξαναφούντωνε η φωτιά. Φορούσε μαύρα ρούχα, ήταν νεαρός μετρίου αναστήματος καλοντυμένος, θα μπορούσε να ήταν φοιτητής, 20 -22 χρονών. Μας κοιτούσε και μας έκανε άσεμνη χειρονομία».

Σοκ όμως προκάλεσε στο δικαστήριο και η κατάθεση μάρτυρα, που ανέφερε πως, όταν ήταν στο μπαλκόνι, ενώ το κτίριο φλεγόταν, άκουσε διαδηλωτές να του «φωνάζουν από το «να καείς ρε», μέχρι μούτζες και βρισιές».

Στην κατάθεσή της η μάρτυρας υποδιευθύντρια του ίδιου υποκαταστήματος, υποστήριξε πως η φωτιά εξαπλώθηκε γρήγορα. 

Κατέθεσε μεταξύ άλλων:

Έπιασε φωτιά μπροστά στη τζαμαρία στο γραφείο της διευθύντριας. Εξαπλώθηκε όπως κατάλαβα, από το εύφλεκτο υλικό και από τον τρόπο που ήταν φτιαγμένο στο κατάστημα. Δημιουργήθηκε το φαινόμενο της καμινάδας μας είπαν και άρπαξε αμέσως... Ήμασταν στο μπαλκόνι. Υπήρχε καπνός από μέσα από το κατάστημα και από την είσοδο. Προσπαθούσα να προστατευθώ για να αναπνεύσω. Δεν έβλεπα τίποτα. Ένας συνάδελφος είχε περάσει τα κάγκελα στο μπαλκόνι σε ένα διακοσμητικό πεζουλάκι για να αναπνεύσει και κρατιόμασταν χέρι -χέρι για να μην πέσει. Δεν μπορούσα να μιλήσω, ήμουν μέσα στον καπνό. Δεν μπορούσα ούτε να ζητήσω βοήθεια.

Με την έναρξη της διαδικασίας, οι δύο κατηγορούμενοι, Θεόδωρος Σίψας, που βαρύνεται με κατηγορίες που αφορούν τον εμπρησμό της Τράπεζας και τους τρεις θανάτους και ο Παύλος Αντρέεβ, που λογοδοτεί για την επίθεση στον ΙΑΝΟ, αρνήθηκαν τις πράξεις που τους αποδίδονται.

Η ατμόσφαιρα φορτίστηκε έντονα όταν ανέβηκαν στο βήμα του μάρτυρα οι γονείς της Αγγελικής Παπαθανασοπούλου. Για λίγα μόνο λεπτά παρέμειναν ο καθένας από τους δύο γονείς χωρίς να θελήσουν να μιλήσουν για την απώλεια τους. Ο πατέρας της Αγγελικής, Ζαχαρίας Παπαθανασόπουλος, προσπάθησε μόνο, να περιγράψει ότι πληροφορήθηκε πως η κόρη του χάθηκε στην φωτιά, όταν του τηλεφώνησε ένας ανηψιός του, που ενημερώθηκε από τα Μέσα Ενημέρωσης. Ο κ. Παπαθανασόπουλος δεν κατάφερε να ολοκληρώσει την κατάθεσή του.

Στο δικαστήριο εξετάστηκαν περισσότεροι από 20 μάρτυρες, συνάδελφοι των τριών θυμάτων, αλλά και υπάλληλοι παρακείμενων εταιριών. Κανένας τους δεν αναγνώρισε, στο πρόσωπο των κατηγορουμένων, τους δράστες της δολοφονικής επίθεσης του υποκαταστήματος.

Αίσθηση προκάλεσε στο δικαστήριο, μάρτυρας που ζήτησε να μην επεκταθεί περαιτέρω στα πραγματικά περιστατικά, γιατί δεν ένιωθε ασφαλής, λέγοντας χαρακτηριστικά:

Δεν θέλω να επεκταθώ παραπάνω. Δεν νιώθω ασφάλεια. Υπήρχε ένας διάλογος τότε, με κάποια άτομα. Δεν έχω δει τα πρόσωπα αυτά σήμερα εδώ.

Οι μάρτυρες περιέγραψαν την επίθεση που δέχθηκε το υποκατάστημα της Τράπεζας από τρία ή περισσότερα άτομα, τα οποία όπως κατέθεσαν «ήταν ευέλικτα και γρήγορα και δεν ήταν ιδιαίτερα εύσωμα».

Μία από τις υπαλλήλους περιέγραψε την σκηνή, που ένας από την ομάδα που βρέθηκε έξω από την Τράπεζα, έριξε μολότoφ και αμέσως «μόλις υποχώρησε το τζάμι ξέσπασε φωτιά.

Ο υπάλληλος της Marfin, Γιώργος Στρατογιαννάκης, όπως κατέθεσε, ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που είδε την Αγγελική Παπαθανασοπούλου και τον Επαμεινώνδα Τσάκαλη. «Έμπαινε ο καπνός στο γραφείο του Νώντα. Προσπαθούσε να βρει κάποιον στο τηλέφωνο, μάλλον για να δει τί πρέπει να κάνουμε για να προστατευτούμε. Η Αγγελική ήταν δίπλα του, γιατί ήξερε ο Νώντας την κατάστασή της και ήθελε να τη βοηθήσει. Τους είπα να φύγουμε, να βρούμε τους άλλους. Έβαλα το σακάκι μου στη μύτη και κρατούσα με το άλλο χέρι την κουπαστή. Κατέβηκα στον άλλο όροφο. Αυτή η τελευταία επαφή που είχα...τον Νώντα τον βρήκαν στα σκαλιά, δεν τον έφτασε η ανάσα του και έπαθε ασφυξία…η Αγγελική δεν είχε κουνηθεί καθόλου από το γραφείο. Μέρες μετά είδα το αποτύπωμα του σώματός της, των χεριών της, στο πάτωμα. Εκείνη την ημέρα, 21 άτομα βγήκαμε ζωντανοί. Τρεις άλλοι, όχι».

Ο μάρτυρας κατέθεσε πως προσπάθησε να κατέβει στο ισόγειο για να σβήσει τη φωτιά, αλλά βρήκε «φλόγες που έγλειφαν τον χώρο και ανέβηκα πάνω». Είπε επίσης, πως στον δεύτερο όροφο, στο μπαλκόνι «ήταν δύο συνάδελφοι, και μου είπαν “αυτοί έρχονται και πετάνε κι άλλο”. Έσκυψα και είδα κάποιον στο σημείο που είχε σπάσει η τζαμαρία, που κρατούσε κάνιστρο και κάτι έριχνε, ή έτσι φαινόταν. Το έκανε 2-3 φορές και όταν έφευγε ξαναφούντωνε η φωτιά. Φορούσε μαύρα ρούχα, ήταν νεαρός μετρίου αναστήματος, καλοντυμένος, θα μπορούσε να ήταν φοιτητής, 20-22 χρονών. Μας κοιτούσε και μας έκανε χειρονομία. Στην αρχή κατάλαβα ότι ήταν κάποιος που έδειχνε τη φωτιά. Μετά που το συζήτησα με συναδέλφους, τελικά έδειχνε τα γεννητικά του όργανα και έκανε άσεμνη χειρονομία».

Αντίστοιχα, ο Ευάγγελος Λαγουδάτος, υπάλληλος της Μαρφίν, κατέθεσε πως όταν άκουσε τον θόρυβο της τζαμαρίας «βγήκα στο μπαλκόνι και φώναξα σε αυτούς που βρίσκονταν στην είσοδο και έκαναν επίθεση ότι υπάρχει κόσμος μέσα. Θυμάμαι ότι είχα πάρει μία κούτα για χαρτιά Α4 και τους έλεγα “φύγετε, αλλιώς θα την πετάξω”. Ήρθε τότε ένα συνάδελφος και μου είπε “άστο, θα τους σκοτώσεις”».

Εισαγγελέας: Αλλά κι αυτοί ήθελαν να σκοτώσουν εσάς...

Μάρτυρας: Δεν μπορούσα να το φανταστώ αυτό...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο