Ιερώνυμος: Κανένας διάλογος με την κυβέρνηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος

Ιερώνυμος: Κανένας διάλογος με την κυβέρνηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος

Σκληραίνει τη στάση του κατά της κυβέρνησης ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, ο οποίος κατά την έναρξη της διαρκούς Ιεράς Συνόδου, διαμήνυσε πως η εκκλησία δεν πρόκειται να έχει κανέναν διάλογο με την κυβέρνηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, παρά μόνο με διακομματική επιτροπή της Βουλής. Ως προς τα θρησκευτικά ζήτησε διάλογο από μηδενική βάση για το περιεχόμενο του μαθήματος, την ώρα που εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά των κομμάτων της αριστεράς για τις θέσεις τους απέναντι στην εκκλησίας. 

Ο Ιερώνυμος, καλωσορίζοντας τα μέλη της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος τόνισε, δανειζόμενος, όπως είπε, «τις σκέψεις του αγαπητού αδελφού, σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ»:

Τα κόμματα της Αριστεράς με τη γνωστή φιλοσοφικο-κοινωνική βιοκοσμοθεωρία του κομμουνιστικού κοσμοειδώλου, όπως γνώρισε τον χωρισμό αυτό ο καταρρεύσας υπαρκτός σοσιαλισμός στο ανατολικό μπλοκ, που στην ουσία ήταν ο διωγμός της θρησκευτικής πίστεως, ελαύνονται από αποτυχημένα αθεϊστικά ιδεολογήματα και συναντώνται με τα υπόλοιπα κόμματα του νεοφιλελεύθερου χώρου κάτω από τις ντιρεκτίβες της νέας εποχής και της νέας τάξεως. Μιλούν για χωρισμό εκκλησίας και Κράτους επικαλούμενοι δήθεν προοδευτικά συνθήματα. Οι αντιλήψεις, όμως, περί χωρισμού είναι του περασμένου αιώνα που γεννήθηκαν κάτω από μισαλλόδοξο αντιθρησκευτικό και αντικληρικαλιστικό λαϊκιστικό πνεύμα που δεν συμβιβάζεται με τις σημερινές πολιτειακές και θρησκευτικές αντιλήψεις

Στην εισαγωγική του τοποθέτηση, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος άφησε αιχμές κατά του υπουργού Παιδείας, Νίκου Φίλη λέγοντας:

Ο δημόσιος λόγος το τελευταίο διάστημα έχει βομβαρδιστεί με μία ανεξήγητη φλυαρία, πολυλογία, λόγια, λόγια. Η Εκκλησία δεν διανοείται να απευθυνθεί στα παιδιά της με ιδεοληψίες με αγκυλώσεις, με σύνδρομα μειονεξίας, με απωθημένα από το παρελθόν ή με φαντασιακή ενατένιση του μέλλοντος.

Ταυτόχρονα, διαμήνυσε πως η εκκλησία σχετικά με την αναθεώρηση του Συντάγματος, δεν πρόκειται να συζητήσει με εκπροσώπους της κυβέρνησης, παρά μόνο με διακομματική Επιτροπή, σημειώνοντας χαρακτηριστικά:

α) Επειδή μόνη η Βουλή έχει την αναθεωρητική αρμοδιότητα,

β) επειδή τα θέματα σχέσεων Ορθόδοξης Εκκλησίας και ελληνικού Κράτους έχουν σημασία δομική και ιστορική για την πορεία του ελληνικού Έθνους και δεν μπορούν να επιλυθούν χωρίς συζήτηση με το σύνολο των κοινοβουλευτικών δυνάμεων, που εκπροσωπούν τον Ελληνικό λαό.

Θα ήθελα να τονισθεί, ότι όλες αυτές οι αναθεωρητικές επιδιώξεις, καμία σχέση δεν έχουν με τις νομικές υποχρεώσεις της Ελλάδος, που προκύπτουν από την συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όμως μας βομβαρδίζουν ή εκφοβίζουν οι εδώ παράγοντες, καθώς είναι ζήτημα που δεν αφορά στους πυλώνες της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας. Χαρακτηριστικά τα κράτη μέλη της Ε.Ε. τόνισαν στην κοινή Δήλωση με αρθ. 11 της Συνθήκης του Άμστερνταμ ότι: ‘’Η Ευρωπαϊκή Ένωση σέβεται και δεν προδικάζει το σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο καθεστώς των εκκλησιών και των θρησκευτικών ενώσεων η κοινοτήτων στα κράτη μέλη. Η Ε.Ε. σέβεται με τον ίδιο τρόπο το καθεστώς των φιλοσοφικών και ομολογιακών ενώσεων’’».

Ακολούθως ο αρχιεπίσκοπος αναφέρθηκε στην ενότητα με τίτλο «Χωρισμός Εκκλησίας – Πολιτείας» τονίζοντας μεταξύ άλλων ότι, «η προσωπική μου άποψη είναι, ότι η Πολιτεία ούτε θέλει, αλλ’ ούτε μπορεί πράγματι να χωρισθεί από την Εκκλησία με όρους κοινωνίας, όπως δεν μπορεί να χωρισθεί από οποιαδήποτε ‘’γνωστή θρησκεία’’. Προφανώς μπορεί η Πολιτεία να επιβάλλει με ιδεολογικά κριτήρια τον χωρισμό της Εκκλησίας από τις θεσμικές λειτουργίες του Κράτους, αλλά δεν μπορεί να επιβάλει και τον χωρισμό της Εκκλησίας από την Κοινωνία, αφ’ ενός μεν γιατί ο όρος χωρισμός δεν υπάρχει στην πνευματική αποστολή της Εκκλησίας, η οποία συνάπτει και τα διεστώτα, αφ’  ετέρου δε γιατί η εντυπωσιακή ιστορική αντοχή της πνευματικής σχέσεώς της με τον λαό παραμένει αλώβητη ή και ενισχύεται από τις ιδεολογικές προκλήσεις, όπως αποδείχθηκε επίσης από την ιστορική αντοχή των Ορθοδόξων Εκκλησιών της Ανατολής στην καταπιεστική των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού» σημείωσε και συνέχισε:

Η Εκκλησία, η οποία οφείλει να ορίζει τις σχέσεις της προς την Πολιτεία με όρους κοινωνίας και όχι με όρους ιδεολογίας, δεν γνωρίζει τον όρο «χωρισμός» στην πνευματική της αποστολή, αφού δεν μπορεί να τον εφαρμόσει στην κοινωνία, έστω και αν επιβληθή μονομερώς από την Πολιτεία με ιδεολογικούς όρους, γι  αυτό την οριστική απάντηση στο ζήτημα αυτό τη δίνει πάντοτε, ‘’θάττον η βράδιον’’ ο ίδιος ο ευλαβής ελληνικός λαός.

Η Εκκλησία κατά την άποψή μου δεν πρέπει να ζητήσει ποτέ τον χωρισμό από το λαό της, γιατί αυτό επιδιώκεται. Εκεί αποβλέπει το εγχείρημα. Η Εκκλησία υπήρξε, είναι και θα υπάρχει μάνα αυτού του λαού με ό,τι αυτό σημαίνει. Η Πολιτεία, αν το θελήσει και έχει την συγκατάθεση αυτού του λαού, ας το επιχειρήσει τηρώντας βεβαίως τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει απέναντι της Εκκλησίας και τις σχετικές συμβάσεις.

Το ζήτημα των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας υπήρξε πάντοτε μείζον θέμα για δύο ολόκληρες χιλιετίες και προκάλεσε πάντοτε απρόβλεπτες πολιτικές, εκκλησιαστικές και κοινωνικές εντάσεις, ιδιαίτερα όταν αντιμετωπίσθηκε από τις δύο πλευρές με δογματική ιδεολογική ή εκκλησιαστική εσωστρέφεια. Οι σοβαρότερες κρίσεις σχέσεως Εκκλησίας και Πολιτείας πάντοτε κατέληξαν σε συμβατικές ρυθμίσεις μετά από οξύτατες και αλυσιτελείς αντιπαραθέσεις, οι οποίες υπήρξαν πάντοτε οδυνηρές για τους χριστιανικούς λαούς τόσο της Ανατολής όσο και της Δύσης και με σύγχρονες προοπτικές.

Η σύνδεση της προτάσεως για την αναθεώρηση του άρθρου 3 του Συντάγματος με την ιδεολογική πρότασή του για χωρισμό Εκκλησίας και Πολιτείας υπερβαίνει τα όρια αρμοδιοτήτων όχι μόνον της Επιτροπής της Βουλής. Άλλωστε οι σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας ούτε είναι, ούτε μπορεί να είναι μια προσωπική ή ιδεολογική υπόθεση εργασίας, αφού είναι υπόθεση ενός λαού και μάλιστα όχι μόνο με μεγάλο ιστορικό βάθος. Όλη αυτή η επιδίωξις είναι ρήξις ιδεών».

Στην σημερινή σχεδόν 60 σελίδων εισήγησή του στην Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας, ο κ. Ιερώνυμος ζητά, επίσης, να καθιερωθούν καθαροί διακριτοί ρόλοι ανάμεσα στο Κράτος και την Εκκλησία.

«Ο χωρισμός Εκκλησίας και Πολιτείας δεν είναι χαρακτηριστικό της εκκλησιαστικής ποιμαντικής διακονίας. Η Εκκλησία “εν χωρίζεται από τα παιδιά της”. Όποιος θέλει αποχωρεί. Όποιος θέλει επιστρέφει», αναφέρει χαρακτηριστικά, ενώ θέτει για μία ακόμη φορά το ζήτημα της αξιοποίησης της εκκλησιαστική περιουσίας σε συνεργασία με την Πολιτεία, προς όφελος του κοινωνικού έργου της Εκκλησίας και των όποιων σκοπών της Πολιτείας.

 

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο