Καθησυχαστική για τους γονείς είναι μια νέα αυστραλιανή επιστημονική έρευνα, που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όσα παιδιά αργούν να μιλήσουν, είναι απίθανο να έχουν αργότερα στη ζωή τους νοητικά, ψυχολογικά ή άλλα προβλήματα συμπεριφοράς. Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον ψυχολόγο Άντριου Γουαϊτχάουζ του πανεπιστημίου της Δυτικής Αυστραλίας στο Περθ, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο περιοδικό της Αμερικανικής Ακαδημίας Παιδιατρικής "Pediatrics", σύμφωνα με το πρακτορείο Ρόιτερ, παρακολούθησαν περισσότερα από 1.400 παιδιά από την ηλικία των δύο ετών μέχρι την εφηβεία τους και διαπίστωσαν ότι όσα είχαν αργήσει να μιλήσουν σε σχέση με τους συνομηλίκους τους, όταν είχαν πια μεγαλώσει, δεν ήσαν πιο ντροπαλά, μελαγχολικά ή επιθετικά.

Αυτό, κατά τους ερευνητές, σημαίνει ότι είναι προτιμότερη μια τακτική αναμονής, όσον αφορά τα παιδιά που αργούν να αναπτύξουν την ικανότητα της ομιλίας, αν και οι γονείς θα πρέπει να έχουν το νου τους μήπως τα παιδιά τους εμφανίσουν άλλα συμπτώματα καθυστέρησης, ψυχολογικών προβλημάτων ή μαθησιακών δυσκολιών, οπότε θα πρέπει να αναζητήσουν ιατρική υποστήριξη.

Τα παιδιά σε ποσοστό 7-18% έχουν γλωσσική καθυστέρηση στην ηλικία των δύο ετών, αν και τα περισσότερα από αυτά δεν έχουν κάποιο πρόβλημα μέχρι να πάνε σχολείο. Προηγούμενες έρευνες είχαν βρει ενδείξεις ότι μερικά από αυτά τα παιδιά έχουν ορισμένα ψυχολογικά προβλήματα ή μαθησιακά, με συνέπεια να επηρεάζονται οι σχολικές επιδόσεις τους.

Η νέα μελέτη είναι η πρώτη που παρακολούθησε για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα τα παιδιά που αργούν να μιλήσουν (σε ηλικία δύο ετών τα περισσότερα παιδιά έχουν συνήθως ένα λεξιλόγιο λίγων εκατοντάδων λέξεων, αν και υπάρχουν μεγάλες διαφορές από παιδί σε παιδί). Η έρευνα διαπίστωσε ότι περίπου ένα στα δέκα παιδιά εμφανίζει γλωσσική καθυστέρηση, σε σχέση με τον μέσο όρο, στην ηλικία των δύο ετών. Επίσης τα παιδιά αυτά εμφανίζονταν να έχουν αρχικά περισσότερα ψυχολογικά προβλήματα (π.χ. ήσαν πιο εσωστρεφή και παθητικά), με βάση τις απαντήσεις που έδωσαν οι γονείς σε ερωτηματολόγια για τη συμπεριφορά των παιδιών τους.

Όμως μέχρι την ηλικία των πέντε ετών, λίγο πριν το σχολείο, οι διαφορές ουσιαστικά είχαν εξαφανιστεί και τα παιδιά με την αρχική γλωσσική καθυστέρηση δεν φαινόταν να έχουν κάποιο συγκριτικό νοητικό-ψυχολογικό μειονέκτημα, κάτι που συνεχιζόταν ως την ηλικία των 17 ετών. Οι ερευνητές υποθέτουν πως οι αρχικές ψυχολογικές δυσκολίες οφείλονται στο ότι τα παιδιά δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν (χωρίς να υπάρχει κάποια εγκεφαλική διαταραχή), όμως αργότερα, όταν πια αποκαθιστούν φυσιολογική επικοινωνία, οι όποιες δυσκολίες ξεπερνιούνται.

Σύμφωνα πάντως με άλλους επιστήμονες, η τακτική υπομονετικής αναμονής δεν πρέπει να παρατείνεται υπερβολικά (όχι πάνω από δύο χρόνια μετά την καθυστέρηση της ομιλίας), καθώς πιθανώς χρειάζεται έγκαιρη παρέμβαση από θεραπευτή, κάτι που θα πρέπει να αρχίζει γύρω στην ηλικία των τριών ετών. Αν τα γλωσσικά προβλήματα κρατάνε και μετά την έναρξη του σχολείου, τότε υπάρχει αυξημένος κίνδυνος νευροψυχολογικών δυσκολιών.