Την παραπομπή συνολικά 17 κατηγορουμένων ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, μεταξύ των οποίων ο επιχειρηματίας Θωμάς Λιακουνάκος και τα πρώην στελέχη του υπουργείου Άμυνας, Γιάννης Σμπώκος και Αντώνης Κάντας, εισηγείται ο αντεισαγγελέας Εφετών, Χρίστος Μπαρδάκης, για την υπόθεση των παράνομων αμοιβών κατά την προμήθεια των «ιπτάμενων ραντάρ» από την εταιρεία Ericsson.
 
Ο εισαγγελέας, που με την πρότασή του προς το Συμβούλιο Εφετών ζητά την απαλλαγή 9 κατηγορουμένων, εισηγείται στους εφέτες να παραπέμψουν τους 17 εμπλεκόμενους, μεταξύ τους και πρώην στελέχη της σουηδικής εταιρείας, για το αδίκημα της ενεργητικής δωροδοκίας σε βάρος του Δημοσίου, καθώς και για πράξεις νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα.

Το ιστορικό της υπόθεσης 

Ένα σκάνδαλο από το παρελθόν το οποίο είχε ως αποτέλεσμα να "χαθούν"  εκατομμύρια ευρώ των Ελλήνων φορολογουμένων, φέρνει κατηγορούμενους για κακούργημα πρώην στελέχη του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και τον πρώην γενικό γραμματέα αμυντικών επενδύσεων του ΥΠΕΘΑ Σπύρο Τραυλό. 

Μαζί τους, κατηγορείται για ηθική αυτουργία, ο γνωστός επιχειρηματίας Θωμάς Λιακουνάκος, ο οποίος είχε προφυλακιστεί τον Οκτώβριο του 2015 για «μίζα» περίπου δύο εκατ. ευρώ στην υπόθεση των ιπτάμενων ραντάρ, αλλά αποφυλακίστηκε με «βραχιολάκι» τον Απρίλιο του 2016.

Η νέα «αμαρτωλή» σύμβαση αφορά την προμήθεια 20 μεταφορικών ελικοπτέρων τύπου ΝΗ90 από την Κοινοπραξία ΝΗ Industries για τον ελληνικό στρατό. Μία σύμβαση που είχε υπογραφεί στις 29 Αυγούστου του 2003, επί των ημερών του Γιάννου Παπαντωνίου, έναντι συνολικού τιμήματος 657,5 εκατ. ευρώ.

Σχεδόν 14 χρόνια μετά, η Δικαιοσύνη, δια χειρός της Εισαγγελέως Διαφθοράς, Ελένης Ράϊκου, άσκησε ποινική δίωξη για την επίμαχη σύμβαση κατά του πρώην γραμματέα αμυντικών επενδύσεων του ΥΕΘΑ Σπύρου Τραυλού και μελών της Επιτροπής Διαπραγματεύσεων Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων για το κακούργημα της απιστίας σε συνδυασμό με τις επιβαρυντικές διατάξεις του νόμου περί καταχραστών του δημοσίου. Για ηθική αυτουργία στην απιστία ασκήθηκε δίωξη σε βάρος του επιχειρηματία Θωμά Λιακουνάκου, προέδρου της εταιρείας SONAK και του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας Ηλία Αρκουμανέα.

Αντίγραφα της σχετικής δικογραφίας υποβλήθηκαν στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου προκειμένου να διαβιβαστούν στη Βουλή για να διερευνηθεί τυχόν ποινικές ευθύνες του τότε υπουργού Γιάννου Παπαντωνίου, οι οποίες ωστόσο, ακόμη κι αν υφίστανται, έχουν παραγραφεί, σύμφωνα με όσα προβλέπονται από το νόμο περί ευθύνης υπουργών.

Η προκαταρκτική εξέταση, πάντως, που διενεργήθηκε με παραγγελία της κ. Ράϊκου, συνάντησε πληθώρα ζημιογόνων όρων για το ελληνικό δημόσιο στη σύμβαση αντισταθμιστικών ωφελημάτων. Άλλωστε για τον λόγο αυτό, είχε διαβιβαστεί από τον πρώην υπουργό Εθνικής Άμυνας Σπ. Σπηλιωτόπουλο και τον πρώην Γεν. Διευθ. Εξοπλισμών Γ. Ζορμπά ο σχετικός φάκελος στη Δικαιοσύνη.

Με τη συνδρομή ειδικού επιστημονικού προσωπικού, η επίμαχη σύμβαση μπήκε στο μικροσκόπιο της έρευνας η οποία διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, «δώρο» εκατομμυρίων ευρώ στην εταιρία SONAK, συμφερόντων του Θ. Λιακουνάκου στην οποία είχε ανατεθεί ένα από τα προγράμματα που ήταν μέρος των αντισταθμιστικών. Το πρόγραμμα αυτό αφορούσε την ανάπτυξη αυτοματοποιημένου συστήματος συντονισμού πυρών υποστήριξης για τον ελληνικό στρατό. Σε αυτό αν και αποδόθηκε ο υψηλότερος δυνατός συντελεστής, η ανάπτυξή του καθυστέρησε πέραν της δεκαετίας με αποτέλεσμα να μη δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός του ως υψηλού ενδιαφέροντος.

Επιπλέον όμως, από την έρευνα αποκαλύφθηκε ότι στην πραγματικότητα η ονομαστική αξία των εκτελεσθέντων από την SONAK αντισταθμιστικών ωφελημάτων δεν υπερέβαινε στην καλύτερη περίπτωση τα 6 εκατ. ευρώ και η εταιρεία απαλλάχθηκε από την υποχρέωση παροχής αντισταθμιστικών ονομαστικής αξίας 11,7 εκατ.ευρώ.

Τέλος ενώ η σύμβαση προέβλεπε αναπροσαρμογή της ανά τετραετία, εν προκειμένω η αναπροσαρμογή έγινε το δέκατο έτος της ισχύος της, με αποτέλεσμα τα αντισταθμιστικά να μειωθούν τουλάχιστον κατά 4,7 εκατ. ευρώ.

Στο κατηγορητήριο για την υπόθεση αναφέρεται ότι η σουηδική εταιρεία διακίνησε μέσω εταιρείας του επιχειρηματία Θωμά Λιακουνάκου, μεγάλα χρηματικά ποσά, που κατευθύνθηκαν σε υψηλόβαθμα στελέχη του ΥΠΕΘΑ, προκειμένου να επιλεγεί για την προμήθεια των ραντάρ.

Κατά την εισαγγελική πρόταση, ο κ. Λιακουνάκος φέρεται να εμπλέκεται σε «δώρα» ύψους 1, 6 εκατ. ευρώ, 756.291 δολαρίων και 24, 9 εκατ. κορόνων Σουηδίας, με τελικούς αποδέκτες τους Ιωάννη Σμπώκο, Άκη Τσοχατζόπουλο και σε άλλα υψηλά ιστάμενα στελέχη του υπουργείου, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η προμήθεια των ιπτάμενων ραντάρ.

Ο εισαγγελέας αναφέρεται εκτενώς, τόσο στον ρόλο του απόστρατου αξιωματικού της Πολεμικής Αεροπορίας, Χρήστου Τούμπα, ο οποίος εκπροσωπούσε την εταιρεία EBRAER και φέρεται να έστειλε σε λογαριασμούς του Αντώνη Κάντα 400.000 ευρώ, όσο και σε αυτόν του επιχειρηματία Γιώργου Καμάρη.

Ο επιχειρηματίας, που έχει επιστρέψει ποσά στο Δημόσιο, εμφανίζεται ως δικαιούχος της εταιρίας Highwood, μέσα από την οποία φέρονται να «πέρασαν» τα παράνομα χρήματα.


Ωστόσο, ο ίδιος ο κ. Καμάρης υποστηρίζει, ότι σύστησε την εταιρεία για να εξυπηρετήσει τον πεθερό του, Γιάννη Σμπώκο και ότι εξουσιοδότησε τον κατηγορούμενο, Βρετανό δικηγόρο Peter Coleridge, να διαχειρίζεται τους λογαριασμούς της και να επενδύει σε ακίνητα σύμφωνα με τις οδηγίες του πραγματικού δικαιούχου, που ήταν ο Γιάννης Σμπώκος.
 
Κατά τον εισαγγελέα, ο επιχειρηματίας πιθανότατα λέει αλήθεια για τους πραγματικούς ιδιοκτήτες της επίδικης εταιρίας και ότι επίσης δεν ζήτησε χρήματα από τις επενδύσεις σε ακίνητα στην Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας, συνολικής αξίας 32 εκατομμυρίων ευρώ. Για την υπόθεση θα εκδώσει σε λίγο καιρό την κρίση του, για την παραπομπή ή μη των κατηγορουμένων, το Συμβούλιο Εφετών.