«Το υπουργείο Οικονομικών, προκειμένου να ενισχύσει τη ρευστότητα των πληττόμενων από την οικονομική κρίση επιχειρήσεων στις περιοχές που είχαν πληγεί από τις πυρκαγιές του 2007, σε συνεργασία με τα Πιστωτικά Ιδρύματα, εξετάζει τη δυνατότητα βελτίωσης της απόφασης για την αποπληρωμή των δανείων που είχαν ληφθεί με εγγύηση του ελληνικού δημοσίου». Τα παραπάνω αναφέρονται σε έγγραφο του αρμόδιου υπουργού Ευάγγελου Βενιζέλου, το οποίο διαβιβάστηκε στη Βουλή προς απάντηση του βουλευτή της ΝΔ Μιχάλη Μπεκίρη ο οποίος με ερώτησή του ζήτησε από την κυβέρνηση να αναλάβει σχετική πρωτοβουλία.

 Όπως υπενθυμίζει ο υπουργός Οικονομικών, μετά τις πυρκαγιές του 2007 εκδόθηκε υπουργική απόφαση για τη χορήγηση δανείων με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου, για κεφάλαια κίνησης και για ρύθμιση οφειλών σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες που βρίσκονταν εγκατεστημένοι σε διάφορους νομούς της χώρας που επλήγησαν από τις πυρκαγιές. Με τη συγκεκριμένη απόφαση, το επιτόκιο των συγκεκριμένων δανείων διαμορφώνεται σε συνάρτηση με το ύψος του ισχύοντος κάθε φορά επιτοκίου των Εντόκων Γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου 12ηνης διάρκειας της τελευταίας έκδοσης πριν την περίοδο εκτοκισμού, προσαυξημένο κατά 70%, πλέον εισφοράς του Ν. 128/75.

 Όπως έχει επισημάνει ο βουλευτής της ΝΔ, σήμερα που το συγκεκριμένο επιτόκιο είναι 4,85%, η συνολική επιβάρυνση με την προσαύξηση του 70% και με την εισφορά του Ν. 128/75 φθάνει το 8,30%. Με αυτό το επιτόκιο επιβαρύνονται και οι επιχειρήσεις που επλήγησαν, καθώς καταβάλλουν το 50% των τόκων, αλλά και το Ελληνικό Δημόσιο που καταβάλλει το άλλο 50%.

Το σύνολο των δανειοληπτών προτείνει τη διατήρηση του επιτοκίου των Εντόκων Γραμματίων του Δημοσίου ως επιτόκιο βάσης, ζητούν όμως να καταργηθεί η προσαύξηση του 70%, καθώς αυτό θα βοηθήσει και το κράτος να εξοικονομήσει σημαντικά ποσά, αλλά και τις επιχειρήσεις που θα πάρουν μια βαθιά ανάσα ρευστότητας. Οι δανειολήπτες έχουν επιπλέον ζητήσει επιμήκυνση της αποπληρωμής των δανείων, καθώς είναι υπαρκτός ο κίνδυνος κατάπτωσης των εγγυήσεων του ελληνικού δημοσίου λόγω μη τήρησης των χρονοδιαγραμμάτων αποπληρωμής από τις επιχειρήσεις.