ΕΛΛΑΔΑ

ΙΕΛΚΑ: Από πού αγοράζουν τρόφιμα οι Έλληνες – Το «κυνήγι» των προσφορών

Δημοσίευση 27 Μαρτίου 2019, 22:00 / Ανανεώθηκε 27 Μαρτίου 2019, 22:04
ΙΕΛΚΑ: Από πού αγοράζουν τρόφιμα οι Έλληνες – Το «κυνήγι» των προσφορών
Facebook Twitter Whatsapp

Τα αποτελέσματα της έρευνας παρουσιάζουν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα συμπεράσματα σε σχέση με καταναλωτικές συνήθειες των Ελλήνων, καθώς φαίνεται ότι ο Έλληνας καταναλωτής παρότι προσπαθεί να αξιοποιήσει προσφορές και εκπτώσεις από το σουπερμάρκετ, παράλληλα επισκέπτεται σε σημαντικό βαθμό και άλλα σημεία πώλησης.

Μεγάλη κινητικότητα φαίνεται πως σημειώνει ο Έλληνας καταναλωτής σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του ΙΕΛΚΑ, καθώς επιλέγει να αγοράσει τρόφιμα από πολλά διαφορετικά σημεία πώλησης με πολλές και συχνές επισκέψεις στην αγορά.

Κύριο σημείο αγορών φαίνεται πως είναι το σουπερμάρκετ, λόγω της εξοικονόμησης χρόνου, χρημάτων, ποικιλίας προϊόντων και ουσιαστικής εξυπηρέτησης.

Πιο αναλυτικά, το ΙΕΛΚΑ (Ινστιτούτο Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών) στην ετήσια πανελλήνια έρευνα καταναλωτών σουπερμάρκετ, με δείγμα 2.000 ατόμων, εξετάζει ανάμεσα σε άλλα θέματα και τις πολυκαναλικές τάσεις που παρουσιάζουν τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες καταναλωτές.

Τα αποτελέσματα της έρευνας παρουσιάζουν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα συμπεράσματα σε σχέση με καταναλωτικές συνήθειες των Ελλήνων, καθώς φαίνεται ότι ο Έλληνας καταναλωτής παρότι προσπαθεί να αξιοποιήσει προσφορές και εκπτώσεις από το σουπερμάρκετ, παράλληλα επισκέπτεται σε σημαντικό βαθμό και άλλα σημεία πώλησης.

Σίγουρα, το σημείο πώλησης που επισκέπτονται όλοι οι καταναλωτές είναι το σουπερμάρκετ, με μόλις το 1% να δηλώνει ότι δεν επισκέπτεται ποτέ κάποιο σουπερμάρκετ. 

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η έρευνα, ο μέσος καταναλωτής επισκέπτεται το σουπερμάρκετ τρεις φορές την εβδομάδα ή και περισσότερες.

Το μεγαλύτερο ποσοστό των καταναλωτών επιλέγει δύο ή περισσότερες αλυσίδες σουπερμάρκετ για τις αγορές της. Πρόκειται για εξέλιξη που σχετίζεται με την ένταση των προσφορών και τα μικρότερα καλάθια ανά επίσκεψη σε σχέση με το παρελθόν που καταγράφονται, τα οποία πρακτικά μεταφράζονται σε περισσότερες επισκέψεις.

Δεύτερο σημείο πώλησης τροφίμων με μεγάλη επισκεψιμότητα είναι ο φούρνος-αρτοπωλείο με το 43% του κοινού να κάνει τουλάχιστον 5 επισκέψεις ανά εβδομάδα, εξέλιξη που σχετίζεται με την καθημερινή ανάγκη προμήθειας ψωμιού (άλλωστε ο φούρνος αποτελεί το κυρίαρχο κανάλι στην πώλησης άρτου), αλλά και με την εξέλιξη των αρτοπωλείων σε καταστήματα με νέα προϊόντα με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον καφέ.

Η λαϊκή αγορά καταγράφει περίπου 1 επίσκεψη ανά εβδομάδα για την εβδομαδιαία αναπλήρωση φρούτων και λαχανικών, με το 78% του κοινού να κάνει τουλάχιστον 1 επίσκεψη σε εβδομαδιαία βάση.

Άλλωστε η λαϊκή αγορά είναι το σημείο πώλησης με το μεγαλύτερο μερίδιο πωλήσεων σε προϊόντα φρούτων και λαχανικών.

Τα εξειδικευμένα σημεία πώλησης κρεοπωλείο-ιχθυοπωλείο-οπωροπωλείο λαμβάνουν επίσης 1 επίσκεψη ανά εβδομάδα.

Το κρεοπωλείο ξεχωρίζει από τα εξειδικευμένα καταστήματα με το 77% του κοινού να το επισκέπτεται, ενώ η διείσδυση τόσο του οπωροπωλείου, όσο και του ιχθυοπωλείου είναι μικρότερη με το 65% να έχουν έστω μία επίσκεψη ανά εβδομάδα σε αυτά τα σημεία πώλησης. 

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η αγορά τροφίμων αποτελεί μια ιδιαίτερα πολύπλοκη διαδικασία και ο καταναλωτής είναι ιδιαίτερα κινητικός ανάμεσα σε διαφορετικά κανάλια, αγοράζοντας συγκεκριμένα προϊόντα από διαφορετικά σημεία πώλησης και επιλέγοντας σε σημαντικό βαθμό εξειδικευμένους πωλητές για συγκεκριμένες ομάδες προϊόντων.

Συγκεκριμένα καταγράφεται ότι κατά Μ.Ο. ο καταναλωτής αγοράζει από 14 έως 16 φορές την εβδομάδα κάποιου είδους τρόφιμα από κάποιο από τα εξεταζόμενα σημεία πώλησης.

Χαρακτηριστικό είναι ότι ό η κατανομή των επισκέψεων είναι ιδιαίτερα κατακερματισμένη, με το σουπερμάρκετ να έχει το 21% (το οποίο «σπάει» περαιτέρω σε διαφορετικά καταστήματα), ο φούρνος το 23%, η λαϊκή αγορά το 10% και το εξειδικευμένο κατάστημα το κρεοπωλείο, ιχθυοπωλείο, οπωροπωλείο περίπου επίσης το 10%.

Σημειώνεται ότι σε αυτά τα σημεία πώλησης δεν περιλαμβάνεται το κανάλι του διαδικτύου, το οποίο μπορεί ακόμα στην Ελλάδα να έχει χαμηλά ποσοστά πωλήσεων, αλλά στο εξωτερικό αποτελεί το κανάλι πώλησης με τους μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης.

Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να σημειωθεί ότι η επισκεψιμότητα δεν μεταφράζεται και σε αξία καλαθιού καθώς π.χ. ο φούρνος-αρτοπωλείο μπορεί να έχει μεγαλύτερη επισκεψιμότητα από το κρεοπωλείο, αλλά κατά κανόνα έχει καλάθι χαμηλότερης αξίας.

Το μεγαλύτερο καλάθι ανά επίσκεψη καταγράφεται στο σουπερμάρκετ, καθώς πρόκειται για το σημείο πώλησης που συγκεντρώνει το μεγαλύτερο εύρος προϊόντων, στο οποίο άλλωστε ο καταναλωτής μπορεί να βρει και τα προϊόντα των ανταγωνιστικών καναλιών.

Ειδικότερα, μπορεί οι αλυσίδες σουπερμάρκετ να έχουν περίπου το 21% της επισκεψιμότητας στις αγορές τροφίμων, αλλά επίσης έχουν περίπου το 53% της συνολική δαπάνης των νοικοκυριών, κάτι το οποίο αντικατοπτρίζει αφενός το σημαντικά μεγαλύτερο μέσο καλάθι στις αγορές από το Σουπερμάρκετ συγκριτικά με τα υπόλοιπα σημεία πώλησης, αφετέρου την προτίμηση του καταναλωτικού κοινού για την πραγματοποίηση του μεγαλύτερου όγκου των αγορών στο δίκτυο της οργανωμένης λιανικής.

Πρακτικά αυτή η καταγραφή μεταφράζεται σε μεγαλύτερη αποδοτικότητα, τόσο από την πλευρά του καταναλωτή – ο οποίος αξιοποιεί πιο αποδοτικά τόσο χρόνο, όσο και τα χρήματα του – όσο και από την πλευρά της επιχείρησης (σουπερμάρκετ) – η οποία μπορεί να προσφέρει καλύτερο επίπεδο υπηρεσιών στον αγοραστή.

Όπως γίνεται αντιληπτό ο Έλληνας καταναλωτής αξιολογεί πολύ υψηλά την αγοραστική εμπειρία στα σουπερμάρκετ σε ποσοστά άνω του 80%. 

Η ασφάλεια των αγορών είναι το πιο δυνατό σημείο, ενώ ακολουθούν η άνεση των αγορών, η ποικιλία και εξυπηρέτηση. Η σχέση ποιότητας-τιμής που είναι το κύριο ζητούμενο στη διαδικασία λήψης απόφασης σημείου πώλησης επίσης αξιολογείται θετικά από το 82% του κοινού.

Σε γενικές γραμμές καταγράφεται μία έντονη κινητικότητα του Έλληνα καταναλωτή, η οποία εκφράζεται μέσω των περισσότερων επισκέψεων, αλλά επίσης καταδεικνύει μία στροφή του καταναλωτικού κοινού τα τελευταία χρόνια σε πιο έξυπνες αγορές, πιο πολύπλοκες διαδικασίες λήψης απόφασης αγοράς και μεγαλύτερες απαιτήσεις από τις επιχειρήσεις.