Η επίτροπος Μαρία Δαμανάκη, παρουσιάζοντας σήμερα τις προτάσεις της για τη μεταρρύθμιση της αλιευτικής πολιτικής στην ΕΕ, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου έναντι του φαινομένου της υπεραλίευσης, αποτέλεσμα της οποίας είναι η σοβαρή, πλέον, μείωση των αποθεμάτων των ψαριών στις ευρωπαϊκές θάλασσες. «Αν συνεχίσουμε έτσι, τα παιδιά μας θα βλέπουν στο μέλλον τα ψάρια μόνο στις φωτογραφίες», ανέφερε χαρακτηριστικά η επίτροπος Θαλασσίων Υποθέσεων και Αλιείας, προσθέτοντας: «Πρέπει να δράσουμε τώρα, ώστε να επαναφέρουμε όλα τα ιχθυαποθέματά μας σε υγιή επίπεδα, προκειμένου να διατηρηθούν για τις σημερινές και τις μελλοντικές γενιές. Μόνο υπό αυτή την προϋπόθεση μπορούν οι αλιείς να συνεχίσουν να αλιεύουν και να κερδίζουν ένα αξιοπρεπές εισόδημα από τις δραστηριότητές τους».

Η κ. Δαμανάκη δήλωσε, ακόμη, ότι «αυτό σημαίνει πως πρέπει να διαχειριζόμαστε κάθε απόθεμα με σύνεση, να αλιεύουμε την ποσότητα που μπορούμε, διατηρώντας, ωστόσο, το απόθεμα υγιές και παραγωγικό για το μέλλον. Έτσι διασφαλίζουμε μεγαλύτερες ποσότητες αλιευμάτων, υγιές περιβάλλον και ασφαλή εφοδιασμό σε αλιευτικά προϊόντα. Εάν η εν λόγω μεταρρύθμιση ευοδωθεί, οι αλιείς και οι παράκτιες κοινότητες θα επωφεληθούν μακροπρόθεσμα και όλοι οι Ευρωπαίοι θα έχουν μεγαλύτερη επιλογή φρέσκων ψαριών, τόσο μη εκτρεφόμενων όσο και εκτρεφόμενων».

Eιδικότερα, τα βασικά σημεία των προτάσεων για την αναμόρφωση της ευρωπαϊκής αλιείας που παρουσίασε από τις Βρυξέλλες η Ελληνίδα Επίτροπος είναι τα εξής:

-Για όλα τα ιχθυαποθέματα πρέπει να επιτευχθούν βιώσιμα επίπεδα μέχρι το 2015, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η ΕΕ σε διεθνές επίπεδο.

-Σε όλους τους τύπους αλιείας θα πρέπει να εφαρμόζεται μια προσέγγιση με γνώμονα το οικοσύστημα, με μακροπρόθεσμα σχέδια διαχείρισης, που βασίζονται στις βέλτιστες διαθέσιμες επιστημονικές συμβουλές.

-Εξαλείφονται σταδιακά, η σπατάλη πόρων διατροφής και οι οικονομικές απώλειες που προκαλούνται από ρίψη ανεπιθύμητων ιχθύων στη θάλασσα, πρακτική γνωστή ως «απόρριψη». Οι αλιείς υποχρεούνται να εκφορτώνουν όλους τους ιχθείς που αλιεύουν.

-Στις προτάσεις περιλαμβάνονται, επίσης, σαφείς στόχοι και χρονοδιαγράμματα για τον τερματισμό της υπεραλίευσης, προσεγγίσεις με βάση την αγορά, όπως μεμονωμένα εμπορεύσιμα μερίδια αλιευμάτων, μέτρα στήριξης της αλιείας μικρής κλίμακας, βελτίωση της συλλογής δεδομένων, και στρατηγικές προώθησης της αειφόρου ανάπτυξης της υδατοκαλλιέργειας στην Ευρώπη.

-Οι καταναλωτές θα είναι σε θέση να έχουν καλύτερη πληροφόρηση για την ποιότητα και τη βιωσιμότητα των προϊόντων που αγοράζουν.

-Οι γενικές αρχές πολιτικής και οι στόχοι θα καθορίζονται στις Βρυξέλλες, ενώ τα κράτη μέλη πρέπει να αποφασίζουν και να εφαρμόζουν τα πλέον κατάλληλα μέτρα διατήρησης. Εκτός από την απλούστευση της διαδικασίας, αυτό ευνοεί λύσεις προσαρμοσμένες στις περιφερειακές και τοπικές ανάγκες.

-Οι φορείς εκμετάλλευσης, σε ολόκληρο τον κλάδο της αλιείας, θα πρέπει να λάβουν τις δικές τους οικονομικές αποφάσεις, ώστε να προσαρμόσουν το μέγεθος του στόλου στις αλιευτικές δυνατότητες. Οι οργανώσεις αλιέων θα διαδραματίσουν ισχυρότερο ρόλο στην καθοδήγηση του εφοδιασμού της αγοράς και την αύξηση των κερδών των αλιέων.

-Η οικονομική ενίσχυση θα χορηγείται μόνο σε φιλικές προς το περιβάλλον πρωτοβουλίες, που συμβάλλουν στην έξυπνη και αειφόρο ανάπτυξη. Ένας αυστηρός μηχανισμός ελέγχου θα αποκλείει κάθε στρεβλή χρηματοδότηση παράνομων δραστηριοτήτων ή κάθε πλεονάζουσα αλιευτική ικανότητα.

-Στους κόλπους των διεθνών οργανισμών και στο πλαίσιο των σχέσεών της με τρίτες χώρες, η ΕΕ θα αναλάβει δράση στο εξωτερικό, όπως πράττει στο εσωτερικό της, και θα προωθήσει τη χρηστή διακυβέρνηση και τη χρηστή διαχείριση της θάλασσας στον υπόλοιπο κόσμο.

Tέλος, σε ενημερωτικό σημείωμα που εξέδωσε επί του θέματος της αναμόρφωσης της αλιευτικής πολιτικής, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει:

"H αλιεία της ΕΕ πλήττεται από πολλά αλληλοσυνδεόμενα προβλήματα. Τα περισσότερα ιχθυαποθέματα υπεραλιεύονται από έναν αλιευτικό στόλο, που είναι υπερβολικά μεγάλος και υπερβολικά αποτελεσματικός. Τα αλιεύματα μειώνονται χρόνο με το χρόνο και οι παράκτιες κοινότητες, οι οποίες συχνά εξαρτώνται από την αλιεία, βλέπουν τις οικονομικές προοπτικές τους να φθίνουν. Κατά τη λήψη αποφάσεων οι πολιτικοί ηγέτες τείνουν να ευνοούν τα βραχυπρόθεσμα συμφέροντα, παρά τη μακροπρόθεσμη διατήρηση των πόρων. Η νομοθετική προσέγγιση των Βρυξελλών από την κορυφή προς τη βάση έχει, έως τώρα, προσφέρει στον κλάδο ελάχιστα κίνητρα, ώστε να υιοθετήσει μια υπεύθυνη συμπεριφορά και να συμβάλει στην αειφόρο χρήση των πόρων".