Τρεις Έλληνες ιστορικοί μιλούν στο Newpost για τη γενοκτονία των Ποντίων. Ποιος ήταν ο πρώτος που ανέδεξε το θέμα, πως φτάσαμε στην αναγνώριση στην Ελλάδα, το 1994, και ποια όπλα θα χρησιμοποιηθούν για να επιτευχθεί διεθνώς.

Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου αναφέρεται σε γεγονότα που έλαβαν χώρα την περίοδο 1913-1923, όπου έγιναν μαζικές εξοντώσεις ελληνικών πληθυσμών από τους νεότουρκους. Δεν σας κάνει εντύπωση, ότι έπρεπε να περάσουν 71 ολόκληρα χρόνια για να αναγνωριστεί η γενοκτονία στη χώρα μας από το ελληνικό κοινοβούλιο;

Τί μεσολάβησε μέχρι το 1994 και το θέμα δεν προωθήθηκε ποτέ, παρότι οι Πόντιοι θρηνούσαν (και θρηνούν ακόμα) τα θύματά τους και ζητούν δικαίωση; Γιατί, οι βάσεις για την αναγνώριση της Γενοκτονίας στην Ελλάδα είχαν μπει από το 1958, όταν ο ιστορικός, βυζαντινολόγος, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Βιέννης (και Πόντιος εξ Αμισού), Πολυχρόνης Ενεπεκίδης (1917-2014) μελέτησε αυστριακά διπλωματικά αρχεία, τα οποία αφορούσαν την περίοδο 1908-1918 και επιβεβαίωναν την κεμαλική κτηνωδία. Ο σημαντικότερος ιστορικός του σύχρονου Πόντου περιγράφοντας την εμπειρία του από τη μελέτη του υλικού δίνει μία απάντηση στο παραπάνω ερώτημα.

Έλληνες πολιτικοί ζήτησαν την απαγόρευση της έρευνας!

Όταν το 1958-59 καθώς πραγματοποιούσα την έρευνα στα επίσημα αυστριακά αρχεία που μόλις είχαν παραδοθεί στους ερευνητές και είχα συναντήσει πλήθος εγγράφων που αφορούσαν τις βιαιοπραγίες κατά του ελληνικού πληθυσμού, ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Αυστρίας Κουρτ Βαλτχάιμ και αργότερα γενικός γραμματέας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και πρόεδρος της Αυστρίας με ενημέρωσε ότι δύο επιφανείς Ελληνες πολιτικοί, με παρέμβασή τους, ζητούσαν την απαγόρευση της έρευνας. Αυτοί, το αποκαλύπτω τώρα, ήταν ο τότε υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ και ο Παναγιώτης Πιπινέλης. Το σκεπτικό ήταν ότι η δημοσίευση αυτών των στοιχείων στην Ελλάδα θα μπορούσε να προκαλέσει εμπλοκή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις», είχε δηλώσει το 2002, στην κατάμεστη αίθουσα του Συλλόγου Ποντίων «Αργοναύται-Κομνηνοί», στην Καλλιθέα, στο πλαίσιο της εκδήλωσης που συνδιοργάνωσαν η «Ελευθεροτυπία» και η Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων Νότιας Ελλάδας.

Θυσίασαν την ιστορική αλήθεια

Πριν ο Ενεπεκίδης μιλήσει για τα εσωτερικά εμπόδια που έμπαιναν, μία άλλη μεγάλη προσωπικότητα είχε γράψει για άστοχη τακτική αποσιώπησης! Ο πολυγραφότατος Πόντιος (εκ Τραπεζούντος) χρονογράφος, δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας, Δημήτρης Ψαθάς στη «Γη του Πόντου», το 1966, σε ένα συγκλονιστικό αυτοβιογραφικό ντοκουμέντο από τη ζωή, τους διωγμούς και την αντίσταση του ελληνισμού της ιδιαίτερης πατρίδας του, είχε αφήσει πολύ εύστοχα... καρφιά, σε μία εποχή που το ζήτημα των Ελλήνων της Ανατολής ήταν στο περιθώριο.

«...ούτε επιτρέπεται να θυσιάζουμε την ιστορική αλήθεια σε καμία σκοπιμότητα, όπως, δυστυχώς, καθιερώθηκε να γίνεται απ’ τον καιρό που χαράχτηκε η λεγόμενη ελληνοτουρκική φιλία. Η άστοχη τακτική της αποσιώπησης των γεγονότων της Ιστορίας ήταν ίσως κι ένας απ’ τους λόγους που τόσο άσκημα πορεύτηκε η ‘φιλία’ με τους Τούρκους. Να ρίξουμε τον πέπλο της λήθης στο παρελθόν αλλά να ξέρουμε, όχι να κρύβουμε...», είχε γράψει ο Δημήτρης Ψαθάς στον πρόλογό του.

Αλλαγή μετά τη χούντα

Πως άλλαξαν τα δεδομένα; «Μετά την κατάρρευση της χούντας ξεκίνησε η αποδόμηση συγκεκριμένων στερεοτύπων, που είχαν διαμορφωθεί στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο που ακολούθησε τη Μικρασιατική Καταστροφή. Η μεταπολίτευση και η ανάδυση της κοινωνίας των πολιτών επέτρεψε τη «δημόσια εμφάνιση» αυτού του τραύματος με τη μορφή ενός διεκδικητικού κινήματος. Για πρώτη φορά από το ΄22, το τραύμα της καταστροφής διαμόρφωσε ένα κίνημα αμφισβήτησης και κατέθεσε πολιτικές προτάσεις», απαντά στο Newpost ο ιστορικός, Βλάσης Αγτζίδης, ο οποίος υπήρξε μέλος της πρώτης εκείνης ομάδας ανθρώπων που αγωνίστηκαν για την αναγνώριση της γενοκτονίας των Ποντίων στη χώρα μας και προσθέτει:

Ο οργανωμένος ποντιακός χώρος αντέδρασε αρχικά έντονα στις νέες αυτές προσεγγίσεις. Υπήρχε η άποψη της συντηρητικής πλευράς των Ποντίων, η οποία έλεγε, ότι δεν έπρεπε να τεθεί ζήτημα γενοκτονίας. Μάλιστα κορυφαία στελέχη αμφισβήτησαν το ίδιο το ιστορικό γεγονός. Μεγάλες παραδοσιακές οργανώσεις των προσφύγων σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, ήταν αρχικά αρνητικές, φοβούμενες την εκ νέου περιθωριοποίηση από τις κυρίαρχες ελλαδικές ελίτ. Η θετική μεταστροφή τους οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην προσωπική επιρροή των υψηλόβαθμων στελεχών του τότε κυβερνώντος κόμματος, που εξέφραζαν μια από τις τάσεις που πρωτοστάτησε στη ριζοσπαστικοποίηση. Στη συνέχεια όμως, η αντίδραση του συντηρητικού ποντιακού χώρου υπεχώρησε και στο Β’ Παγκόσμιο Συνέδριο του Ποντιακού Ελληνισμού το 1988, ο στόχος της πρόταξης του αιτήματος για αναγνώριση της Γενοκτονίας θα γίνει αποδεκτός απ’ όλους».

Μετά από 6 χρόνια, το 1994, η γενοκτονία αναγνωρίστηκε στην Ελλάδα, αλλά η συγκεκριμένη κατάκτηση δεν είναι αρκετή για τους Πόντιους, οι οποίοι συνεχίζουν και επιμένουν για την διεθνή αναγνώριση. Εδώ και 23 χρόνια όμως έχουν γίνει πολύ μικρά βήματα. Κύπρος, Αρμενία, Σουηδία, Ολλανδία, είναι τα κράτη που έχουν την αναγνωρίσει καθώς και ορισμένες ομοσπονδιακές δημοκρατίες της Ρωσίας, 15 πολιτείες των ΗΠΑ, της Αυστραλίας (Νότια Αυστραλία, Νέα Νότια Ουαλία) και του Καναδά (Τορόντο, Γουιλόμπι, Οσάβα).

Όπως είναι φυσικό, τους μεγαλύτερους σκοπέλους βάζει η Τουρκία. «Η Γενοκτονία των χριστιανικών λαών της Ανατολής ήταν το τίμημα της δημιουργίας του τουρκικού κράτους, γι’ αυτό και η Τουρκία όχι μόνο δεν αποδέχθηκε κάτι τέτοιο ποτέ, αλλά αντίθετα ανέπτυξε στρατηγικές άρνησης», σημειώνει στο Newpost ο Κυριάκος Χατζηκυριακίδης, διδάκτωρ Ιστορίας του Αριστοτελείου, ο οποίος ανήκει στη νέα γενιά των Ποντίων ιστορικών.

Με ποια όπλα όμως συνεχίζουν τον αγώνα τους για τη διεθνή αναγνώριση οι νέοι ιστορικοί; «Άρθρα και μελέτες των Ελλήνων καθηγητών και ερευνητών όπως των: Πολυχρόνη Ενεπεκίδη, Κωνσταντίνου Φωτιάδη, Χάρη Τσιρκινίδη, Θεοδόση Κυριακίδη, αλλά και ξένων, όπως των: Taner Akçam, Matthias Bjornlund, Fuat Dudar βασισμένες σε αρχεία της Ελλάδας, της Τουρκίας, των παραδοσιακών Μεγάλων Δυνάμεων αλλά και άλλων κρατών, όπως της Δανίας, της Σουηδίας, στοιχειοθετούν πλέον με κάθε λεπτομέρεια τη συντελεσθείσα σε βάρος του Ελληνισμού Γενοκτονία από τους Νεότουρκους και τους Κεμαλικούς.

Η έντονη οικονομική και πολιτισμική δραστηριότητα των Ελλήνων της Ανατολής, εν προκειμένω του Πόντου, επιβεβαιώνεται όχι μόνο μέσα από τις ελληνικές αλλά και από τις ξένες πηγές. Η εξόντωση των Ελλήνων είχε επομένως διττή σημασία για την Τουρκία, καθώς σήμαινε την απαλλαγή από μία εθνότητα με έντονη εθνική συνείδηση και με ισχυρή οικονομική παρουσία», εξηγεί ο Κυριάκος Χατζηκυριακίδης και συμπληρώνει:

«Πρέπει να κάνουμε αυτό που έκαναν οι Αρμένιοι, οι οποίοι, όπως έγραψε ο Νίκος Λυγερός, “αναγκάστηκαν να σκάψουν εξ αρχής, άρα τα θεμέλια ήταν πιο καλά και μπόρεσαν ν' ανεβούν πιο ψηλά, πιο δυνατά. Εμείς τώρα αυτό επιχειρούμε”».

Τελευταία αφήσαμε την άποψη ενός ακόμα νέου ιστορικού, που είναι πολύ σημαντική, λόγω της ιδιότητάς του. Ο λόγος για τον διδάκτορα Βασίλειο Μεϊχανετσίδη, ο οποίος είναι μέλος της διεθνούς ένωσης γενοκτονολόγων και έχει πραγματοποιήσει δημοσιεύσεις σχετικά με την Ελληνική Γενοκτονία (προτιμεί τον όρο Ελληνική Γενοκτονία, κατά το Αρμενική ή Ασσυριακή Γενοκτονία) .

«Ως διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, αλλά και ευρύτερα των Ελλήνων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας εννοείται και ορίζεται η επίσημη αποδοχή ότι οι συστηματικές σφαγές, ο βίαιος εκτοπισμός και οι άλλες προσχεδιασμένες συστηματικές πράξεις καταστροφής των Ελλήνων (Ρωμιών/Rum), που διέπραξαν οι κρατικές/κυβερνητικές αρχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας υπό την ηγεσία των Νεοτούρκων και των Κεμαλικών από το 1913 (Ανατ. Θράκη) μέχρι το 1923 (Πόντος, Ιωνία, Ανατ. Θράκη) συνιστούν γενοκτονία, όπως αυτή ορίζεται τόσο από την επιστημονική θεωρία του σχετικού επιστημονικού κλάδου, όσο και από τις διεθνείς συνθήκες και τη νομολογία διεθνών και εθνικών δικαστηρίων», αναφέρει και ξεκαθαρίζει:

«Για τη (διεθνή) αναγνώριση απαιτείται η «συμφωνία» (consensus) έγκριτων ιστορικών και γενοκτονολόγων (genocide scholars), αποκλειομένου ασφαλώς του ιδεολογικού και πολιτικού αναθεωρητισμού και αρνητισμού, του προερχομένου είτε από ιδεολογικο-πολιτικές αγκυλώσεις και στρεβλώσεις είτε από χρηματοδότηση της τουρκικής κυβέρνησης».

Σύμφωνα με τον κύριο Μεϊχανετσίδη, το θέμα της διεθνούς αναγνώρισης φέρει τις δύο βασικές πτυχές, την επιστημονική/ακαδημαϊκή αναγνώριση και την πολιτική αναγνώριση.

Η επιστημονική/ακαδημαϊκή αναγνώριση

«Για τη διεθνή αναγνώριση μιας Γενοκτονίας απαιτείται, πρώτον η ενδελεχής τεκμηρίωση του γενοκτονικού εγκλήματος, δηλαδή η τεκμηρίωση της Γενοκτονικής Πρόθεσης (Genocidal Intent) του Κράτους-Θύτη έναντι του πληθυσμού-θύματος, στοιχείο εκ των ουκ άνευ για την απόδειξη ύπαρξης/διάπραξης μιας Γενοκτονίας, και δεύτερον η λεπτομερής και τεκμηριωμένη παράθεση και επεξεργασία της επισυμβάσης Γενοκτονικής Δράσης (Genocidal Action), όπως αυτή ορίζεται στη διεθνή Συνθήκη για την Πρόληψη και Τιμωρία του Εγκλήματος της Γενοκτονίας (1948) και σε άλλα θεμελιώδη σχετικά κείμενα (προσχεδιασμένες σφαγές, εκτοπισμοί, παιδομάζωμα, πράξεις καταστροφής ενός πληθυσμού κλπ.).

H Ελληνική Γενοκτονία (1913-1923) έχει ήδη αναγνωρισθεί από τη Διεθνή Ένωση Γενοκτονολόγων (International Association of Genocide Scholars.), ενώ συνεχίζει να αναγνωρίζεται από έναν αυξανόμενο αριθμό διεθνών επιστημόνων, ιδιαιτέρως μετά την έκδοση βιβλίων στην αγγλική γλώσσα*. Οι εκδόσεις αυτές σε συνάρτηση με άλλες εκδόσεις στα ελληνικά αποτελούν σημαντικά «όπλα» για την επιστημονική τεκμηρίωση του γενοκτονικού εγκλήματος και κατά συνέπεια και για τη διεθνή αναγνώρισή του. Χωρίς επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση δε νοείται αναγνώριση», υπογραμμίζει και προσθέτει:

«Η Χώρα μας διαθέτει επίσης ένα ισχυρό δίκτυο πανεπιστημίων με σχολές και τμήματα ιστορικών, νομικών και πολιτικών επιστημών. Το δίκτυο αυτό θα μπορούσε – τηρουμένης ασφαλώς της επιστημονικής δεοντολογίας και μεθοδολογίας – να συμβάλει στην τεκμηρίωση, μελέτη και διεθνή αναγνώριση του γενοκτονικού εγκλήματος κατά των Ελλήνων/Ρωμιών της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αν επεδείκνυε περισσότερο ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο θέμα αφ’ ενός, αλλά και λιγότερες ιδεολογικές αγκυλώσεις και στρεβλώσεις και πολιτικές σκοπιμότητες αφ’ ετέρου».

Η πολιτική αναγνώριση

Όσον αφορά την πολιτική αναγνώριση, όπως αναφέρει το μέλος της διεθνούς ένωσης γενοκτονολόγων, αυτή «φέρει την καλώς νοούμενη πολιτική και ηθική αξία και σημασία, στόχος της οποίας είναι μεταξύ άλλων η αναγνώριση του τραύματος της ομάδος-θύματος, η τιμωρία του διαπραχθέντος εγκλήματος και του θύτη, η αποτροπή επανάληψης του εγκλήματος τόσο έναντι της ίδιας ομάδος-θύματος όσο και έναντι άλλων ομάδων, και η θεραπεία – όσο αυτή είναι δυνατή – των τραγικών συνεπειών της γενοκτονίας ενός λαού ή πληθυσμού.

Η πολιτική αναγνώριση αποτελεί απόρροια και συνέπεια της επιστημονικής τεκμηρίωσης και αναγνώρισης. Χωρίς προηγούμενη επιστημονική τεκμηρίωση, μελέτη και αναγνώριση δε νοείται και δεν επιτυγχάνεται η πολιτική αναγνώριση. Με άλλα λόγια, οι διάφοροι πολιτικοί θεσμοί, όπως λ.χ. κοινοβούλια, κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμοί, δήμοι κλπ, ακολουθούν τους επιστήμονες και εδράζονται επί των πορισμάτων της επιστημονικής έρευνας.

Τα τελευταία χρόνια η διαδικασία πολιτικής αναγνώρισης της Ελληνικής Γενοκτονίας επιτυγχάνει σημαντικά και αξιοπρόσεκτα αποτελέσματα, αν και παρουσιάζει σημαντικά προβλήματα συνολικής στρατηγικής προβολής και προώθησης.

Απαιτείται, όμως, η συνένωση όλων των προσπαθειών κάτω από μία συγκεκριμένη θεώρηση χωρίς περιοχικές διασπάσεις και περιορισμούς (πχ. Γενοκτονία του Πόντου μόνο)».

Η έλλειψη οράματος και οι ιδεολογικές στρεβλώσεις

Στο τέλος ο κύριος Μεϊχανετσίδης έκανε μία σύνοψη των προσπαθειών που απαιτούνται για την αναγνώριση της γενοκτονίας αλλά και μία αναφορά στους παράγοντες που στέκονται τροχοπέδη στον αγώνα των Ποντίων. «Εξυπακούεται ότι τόσο για την ακαδημαϊκή όσο και για την πολιτική αναγνώριση της Ελληνικής Γενοκτονίας απαιτούνται δράσεις όπως εθνικό μνημείο-μουσείο Ελληνικής Γενοκτονίας, ινστιτούτο, έδρες ή μαθήματα μελέτης Ελληνικής Γενοκτονίας, κοινή και καθολική ημερομηνία μνήμης, βραβεία αναγνώρισης, επιστημονικές και στρατηγικές συνεργασίες με άλλες ομάδες-θύματα (Αρμενίους, Ασσυρίους, Εβραίους Αφρικανούς κ.ά.), χορήγηση υποτροφιών για μελέτη αρχείων και γενοκτονολογικών σπουδών, κατά τα πρότυπα Αρμενίων και Εβραίων. Τα θέματα αυτά έχουν ήδη τεθεί αλλά δεν εισακούονται λόγω έλλειψης σοβαρού οράματος, ενότητας και συμφωνίας, αλλά και λόγω ιδεολογικών στρεβλώσεων, πολιτικών και σωματειακών σκοπιμοτήτων του προσφυγικού χώρου και των απογόνων των επιζώντων, ατομικών και ομαδικών εγωϊσμών», κατέληξε ο διδάκτωρ Ιστορίας.

* Η πρώτη διεπιστημονική θεώρηση της Ελληνικής Γενοκτονικής περίπτωσης υπήρξε η ακόλουθη : Tessa Hofmann, Matthias Bjornlund, Vasileios Meichanetsidis (Ἐπιμ.), The Genocide of the Ottoman Greeks: Studies on the State-Sponsored Campaign of Extermination of the Christians of Asia Minor (1912-1922) and Its Aftermath: History, Law, Memory, New York & Athens: Aristide D. Caratzas & Melissa International Ltd. 2011. Βλ. επίσης Roger W. Smith (Ἐπιμ.), The Ottoman Genocides of Armenians, Assyrians, and Greeks Genocide Studies vol.