Οκτώ ολόκληρα χρόνια πέρασαν από την επιβολή του αντικαπνιστικού νόμου, δηλαδή των διατάξεων που απαγόρευαν το κάπνισμα στους εσωτερικούς χώρους δημόσιων υπηρεσιών και καταστημάτων. Παρά τις εξαγγελίες και τις βαρύγδουπες δηλώσεις η απαγόρευση παραμένει στα χαρτιά. Είναι η αγάπη των Ελλήνων για το κάπνισμα ο λόγος, οι περικοπές που έχουν μειώσει δραματικά το ελεγκτικό προσωπικό ή η έλλειψη βούλησης της πολιτείας; Η Wall Street Journal προσπαθεί να απαντήσει με ένα ιδιαίτερα επικριτικό δημοσίευμα…

Το δημοσίευμα ξεκινάει με την ιστορία μιας ιδιοκτήτριας μπαρ στο κέντρο της Αθήνας: Όταν η Κατερίνα Δερβενιώτη αποφάσισε να ανοίξει ένα μπαρ στην κεντρική Αθήνα το 2013, ήταν βέβαιη για ένα πράγματα: Δεν θα κάπνιζε κανένας. Ανέκαθεν το μισούσε και στο κάτω – κάτω η κυβέρνηση πέρασε έναν νόμο που το απαγορεύει σε εσωτερικούς χώρους, ήδη από το 2009.

Πέρασαν μόνο λίγες ώρες αφότου άνοιξε το κατάστημά της σε μια μοδάτη γειτονιά της Αθήνας και ήταν σίγουρη για κάτι ακόμα: Οι Έλληνες πιστεύουν πως οι νόμοι είναι απλά για να μην εφαρμόζονται.

Παρά τη νομοθεσία, οι πελάτες της άναψαν τα τσιγάρα τους χωρίς δεύτερη σκέψη. Απομάκρυνε τα τασάκια, έβαλε πινακίδες και μίλησε ευθέως στους πελάτες της, αλλά ό,τι και να έκανε απέβη άκαρπο. Πλέον οι θαμώνες καπνίζουν όσο θέλουν, είπε η ιδιοκτήτρια, από το πρωί με τον καφέ τους μέχρι το βράδυ με το κοκτέιλ τους.

Στην Ελλάδα, συνεχίζει το δημοσίευμα που υπογράφει η Νεκταρία Σταμούλη, αθλητές πανηγυρίζουν τις επιτυχίες τους με τσιγάρα που κρέμονται από το στόμα τους. Οι ταξιτζίδες οδηγούν κρατώντας τα τσιγάρα τους στο χέρι και ανοίγουν το παράθυρο μόνο εάν πάρουν επιβάτες.

Ο Αμίν Μοχάμεντ σε μια πρόσφατη επίσκεψη σε ένα ΚΕΠ, όπου πήγε να διευθετήσει ορισμένες εκκρεμότητες για το στεγνοκαθαριστήριο του, διαπίστωσε πως ο καπνός ήταν τόσο πυκνός που στο τέλος αναγκάστηκε να ζητήσει από τον υπάλληλο να σβήσει το τσιγάρο του. Το αποτέλεσμα; Ο υπάλληλος, απλώς τον αγνόησε, συνέχισε να καπνίζει και απλά άνοιξε το παράθυρο. «Τίποτα δεν θα αλλάξει, ποτέ!», ανέφερε στη WSJ ο κ. Μοχάμεντ.

Περίπου το 37% των Ελλήνων καπνίζει. Πρόκειται για το μεγαλύτερο ποσοστό στην ΕΕ, σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 26%, σύμφωνα με κοινοτική έρευνα του 2016.

Την περασμένη χρονιά, η Ελληνική Βουλή πρόσθεσε νέες ρυθμίσεις με την απαγόρευση και του ηλεκτρονικού τσιγάρου σε δημόσιους χώρους. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης οι βουλευτές υπογράμμισαν την ειρωνεία να περνάει ένας νέος νόμος που απλά αγνοεί τον παλιό.

«Στις αίθουσες συσκέψεων, στα γραφεία των κομμάτων, των γραμματέων, στους διαδρόμους, τις τουαλέτες, τα τσιγάρα είναι παντού», ανέφερε η βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Νίκη Κεραμέως, που πρόσθεσε: «Εάν δεν παραδειγματίσουμε εμείς ίδιοι εφαρμόζοντας το νόμο, πώς περιμένουμε από τους πολίτες να κάνουν το ίδιο;»

Πολλοί Έλληνες αντιλαμβάνονται το κράτος ως διεφθαρμένο και αναξιόπιστο – γεγονός που καταδεικνύεται από την διαδεδομένη άρνηση πληρωμής φόρων. Επίσης δεν τους αρέσουν οι έλεγχοι στις καθημερινές δραστηριότητές τους: Τα αυτοκίνητα δεν σταματούν για να περάσουν οι πεζοί στις διαβάσεις, τα σκουπίδια πετιούνται από τα παράθυρα των οχημάτων. Το διπλοπαρκάρισμα είναι διαβόητο.

Καθώς η χώρα παλεύει με τα οικονομικά της προβλήματα, η εφαρμογή οποιονδήποτε διατάξεων ήταν μηδαμινή. Οι περικοπές έχουν περιορίσει κατά δύο τρίτα τους υπαλλήλους που κόβουν κλήσεις και άλλα πρόστιμα – περιλαμβανομένων αυτών για το κάπνισμα- στην περιοχή της Αττικής. Η δημοτική αστυνομία- που και αυτή μπορεί να εκδώσει πρόστιμα – έχει υποβαθμιστεί. Και η γραμμή παραπόνων του υπουργείου Υγείας υπολειτουργεί.

«Ο νόμος δεν μπορεί να εφαρμοστεί – κανένας νόμος δεν εφαρμόζεται στην Ελλάδα», ανέφερε ο Μένιος Στεργίου, ιδιοκτήτης καφετέριας κοντά στο κέντρο της Αθήνας. «Κάποιος πρέπει να σέβεται το κράτος, αλλά είναι η χειρότερη περίοδος για να κάνουν κάτι τέτοιο οι Έλληνες».

Ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Ξανθός, παραδέχτηκε πως οι ρυθμίσεις για το κάπνισμα δεν εφαρμόζονται. «Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια αίσθηση ότι ξεκινάμε από την αρχή», ανέφερε από το βήμα της Βουλής, στις 31 Μαΐου, Παγκόσμια ημέρα κατά του καπνίσματος.

Ο φόβος των προστίμων στις επιχειρήσεις – που φτάνουν περί τα 10.000 ευρώ- δεν ήταν αποτρεπτικός. Στην αρχή της οικονομική κρίσης, όταν η απαγόρευση ψηφίστηκε και οι έλεγχοι ήταν περισσότεροι, οι ιδιοκτήτες έγιναν… δημιουργικοί. Τα τασάκια εξαφανίστηκαν από τα τραπέζια, αντί γι αυτό εμφανίστηκαν μικρά πλαστικά ποτήρια ή βάζα, τοποθετημένα δίπλα στις πινακίδες με το χαρακτηριστικό σήμα της απαγόρευσης.

«Η φαντασία των επιχειρηματιών όταν έχουν να κάνουν με την παράβαση του νόμου, είναι οργιώδης», υποστηρίζει ο αντιδήμαρχος Αθήνας Ανδρέας Βαρέλας, ο οποίος θεωρεί πως «η παράβαση του νόμου είναι στη φύση των Ελλήνων».

Η νέα φορολόγηση στα τσιγάρα που άρχισε να εφαρμόζεται από τον Ιανουάριο θα κάνει την εν λόγω συνήθεια ακόμη πιο κοστοβόρα. Παράλληλα, τον Μάιο, οι ελεγκτές προμηθεύτηκαν νέες οδηγίες και η αστυνομία άρχισε να σχεδιάζει ένα νέο σχέδιο επιβολής του νόμου για μετά το καλοκαίρι, όταν οι πελάτες επιστρέψουν στους εσωτερικούς χώρους των καταστημάτων. Και σε αυτή την περίπτωση όμως, οι καταστηματάρχες έχουν… απάντηση. Βάσει του νόμου, εάν επιβληθεί για τρίτη φορά πρόστιμο σε μια επιχείρηση, αυτή θα αναγκαστεί να κλείσει.

«Πολύ φοβάμαι πως θα δούμε πολλές επιχειρήσεις να αλλάζουν το όνομά τους έπειτα από το δεύτερο πρόστιμο», υποστηρίζει ο κ. Βαρέλας.

Η Μαίρη Μαργιώλη – πωλήτρια ρούχων σε κατάστημα – καπνίζει τρία πακέτα την ημέρα και είχε ένα τσιγάρο ανάμεσα στα χέρια της όταν βοηθούσε τους πελάτες. Όπως λέει, «εάν δεν μπορώ να καπνίσω μαζί με το ποτό μου, καλύτερα να μείνω σπίτι».