Οι ξενοδοχοϋπάλληλοι που απασχολούνται εποχιακά, σε περίπτωση απόλυσής τους δεν αποζημιώνονται για το «νεκρό» διάστημα που δεν εργάζονται, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 305/2011 απόφαση του Εργατικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Η νομοθεσία (υπ' αριθμ. 11855/2007 απόφαση υπουργού Εργασίας) και οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας των ξενοδοχοϋπαλλήλων, αναφέρουν ότι τόσο κατά τη διάρκεια λειτουργίας των ξενοδοχείων όσο και κατά τη «νεκρή» περίοδο, απόλυση ξενοδοχοϋπαλλήλου είναι δυνατή μόνο κατόπιν καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης.

Παράλληλα, προβλέπεται ότι η αποζημίωση υπολογίζεται βάσει «των κατά μέσο όρο αποδοχών της αμέσως προηγούμενης εργασίας» και ότι «στην καταγγελία θα υπολογίζεται ως χρόνος εργασίας ολόκληρος ο χρόνος που διανύθηκε από την πρόσληψη στο ξενοδοχείο».

Να διευκρινισθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας των ξενοδοχοϋπαλλήλων εποχικής λειτουργίας είναι ορισμένου χρόνου, δηλαδή λύονται οι συμβάσεις μόλις παρέλθει η περίοδος λειτουργίας του ξενοδοχείου.

Οι ξενοδοχοϋπάλληλοι επαναπροσλαμβάνονται κατά τη νέα περίοδο, εφόσον ο εργαζόμενος δηλώσει εγγράφως ότι επιθυμεί να απασχοληθεί.

Οι αρεοπαγίτες όμως υπογραμμίζουν στην επίμαχη απόφασή τους ότι «εάν κατά τη νεκρή περίοδο καταγγελθεί από την εποχιακώς λειτουργούσα ξενοδοχειακή επιχείρηση, η σύμβαση εργασίας ξενοδοχοϋπαλλήλου, ο οποίος είχε τηρήσει τις για την επαναπρόσληψή του κατά την επόμενη περίοδο απαιτούμενες διατυπώσεις, οφείλεται στον τελευταίο η από το Ν. 2112/1920 προβλεπόμενη αποζημίωση για απροειδοποίητη καταγγελία της σχέσεως εργασίας».

Οι δικαστές τονίζουν στη συνέχεια: «Για τον καθορισμό όμως του ύψους της αποζημιώσεως αυτής λαμβάνεται υπόψη μόνο το χρονικό διάστημα που απομένει μετά την αφαίρεση, από τον -μετά την αρχική πρόσληψη- συνολικό χρόνο υπηρεσίας του απολυομένου, του χρόνου των νεκρών περιόδων, κατά τη διάρκεια των οποίων η σχέση εργασίας διακοπτόταν και ο μισθωτός μπορούσε να απασχοληθεί σε άλλο εργοδότη».

Μάλιστα, οι αρεοπαγίτες σημειώνουν ότι «αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί» από το περιεχόμενο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που αφορούν τους ξενοδοχοϋπαλλήλους, και αυτό ανεξάρτητα εάν οι επίμαχες συλλογικές συμβάσεις εργασίας αναφέρουν ότι «για τον υπολογισμό του επιδόματος προϋπηρεσίας των ξενοδοχοϋπαλλήλων εποχιακών ξενοδοχείων, ως χρόνος υπηρεσίας θεωρείται και εκείνη της νεκρής περιόδου και μέχρι τέσσερις μήνες για κάθε χρόνο, με την προϋπόθεση ότι ο ξενοδοχοϋπάλληλος μετά τη νεκρή περίοδο αναλαμβάνει εκ νέου εργασία στην ίδια ξενοδοχειακή επιχείρηση».

Και αυτό, συνεχίζουν οι δικαστές, γιατί οι επίμαχες ρυθμίσεις «αφορούν αποκλειστικά τον υπολογισμό του επιδόματος προϋπηρεσίας και δεν εφαρμόζονται και στην περίπτωση του υπολογισμού της αποζημιώσεως απολύσεως».

Στην προκειμένη περίπτωση, σεφ στην κουζίνα ξενοδοχείου στο Ηράκλειο Κρήτης που λειτουργεί εποχιακά (Απρίλιο έως Οκτώβριο) προσελήφθη για πρώτη φορά τον Μάιο του 2003 και τον Ιανουάριο του 2008 υπέβαλε αίτηση επαναπρόσληψης για τη νέα περίοδο. Όμως, η ξενοδοχειακή μονάδα ένα μήνα μετά κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας με την καταβολή αποζημιώσεως.

Για τον υπολογισμό της αποζημίωσης το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι λαμβάνεται υπόψη ως χρόνος εργασίας ολόκληρο το διάστημα που διανύθηκε από την πρόσληψη στο αυτό ξενοδοχείο, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και αυτός των νεκρών περιόδων.

Ο Άρειος Πάγος έκανε δεκτή την αναίρεση της ξενοδοχειακής επιχείρησης κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε δικαιώσει τον ξενοδοχοϋπάλληλο και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο.