Πέντε αρνητικά σημεία στο νέο νόμο για τη βελτίωση απονομής της Πολιτικής Δικαιοσύνης, καταγράφει ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, σε σημερινή "σκληρή" ανακοίνωση, ενώ, αντίθετα, μία νέα ρύθμιση τη χαρακτηρίζει "ορθή" και μία άλλη "ναι μεν αλλά". Οι δικηγόροι δεν παραλείπουν να αναφέρουν και τι δεν προέβλεψε το υπουργείο Δικαιοσύνης στο νέο νομοθέτημά του.
Κατ' αρχάς, ο Σύλλογος υπογραμμίζει ότι "όσο η Πολιτεία εθελοτυφλεί, αποφεύγοντας να επιλύσει τα πλέον σημαντικά και χρόνια προβλήματα της Δικαιοσύνης, δηλαδή τις τεράστιες ελλείψεις σε προσωπικό και υλικοτεχνικές υποδομές και την εισαγωγή στην πράξη των νέων τεχνολογιών στις διαδικασίες των δικαστηρίων, όλα τα νομοθετήματα με τα οποία επιδιώκεται η επιτάχυνση της απονομής της Δικαιοσύνης δεν θα έχουν παρά αποσπασματικό χαρακτήρα, αδυνατώντας να επιφέρουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα".

Ως προς τις διατάξεις του νέου νόμου, οι δικηγόροι των Αθηνών χαρακτηρίζουν "αρνητική" την εισαγωγή του θεσμού των Μονομελών Εφετείων, καθώς παραγνωρίζεται: "α) η έλλειψη υλικοτεχνικής υποδομής για τη λειτουργία των νέων τμημάτων Εφετείων, β) η ασφάλεια δικαίου, που επιτυγχάνεται μέσα από τη διάσκεψη και την ανταλλαγή απόψεων στις πολυμελείς συνθέσεις των δικαστηρίων, οι οποίες ενισχύουν συγχρόνως το συναίσθημα εμπιστοσύνης των πολιτών στην ορθότητα της δικαιοδοτικής κρίσης, και γ) το ενδεχόμενο ευχερέστερης άσκησης αθέμιτων πιέσεων για τον επηρεασμό της κρίσης του ενός δικαστή, σε σχέση με τη δυνατότητα αθέμιτου επηρεασμού της κρίσης τριών δικαστών".

"Αμφίβολης συνταγματικότητας" και "καθαρά εισπρακτικού χαρακτήρα", είναι η ρύθμιση του νέου νομοθετήματος που θεσπίζει την καταβολή δικαστικού ενσήμου και στις αναγνωριστικές αγωγές, υπογραμμίζουν οι δικηγόροι.

Και είναι αντισυνταγματική η διάταξη αυτή, καθώς, όπως αναφέρουν "αποκλείει τους οικονομικά ασθενέστερους πολίτες από την δικαστική προστασία, αυξάνοντας αδικαιολόγητα τα δικαστικά έξοδα ακόμα, και σε περιπτώσεις στις οποίες η άσκηση μίας απλής αναγνωριστικής αγωγής είναι αναγκαία, απλώς και μόνο προκειμένου να εμποδιστεί η παραγραφή του δικαιώματος ή να αρθεί η υφιστάμενη αβεβαιότητα περί της ύπαρξης του δικαιώματος ή της έκτασής του".

Παράλληλα, ο ΔΣΑ επισημαίνει ότι η αύξηση της υλικής αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, από 12.000 ευρώ που ήταν μέχρι σήμερα μέχρι του πόσου των 20.000 ευρώ, σημαίνει πρακτικά ότι "η πλειοψηφία των υποθέσεων ιδιωτικού δικαίου θα υπαχθεί στα Ειρηνοδικεία, με αποτέλεσμα τη γεωμετρική αύξηση της δικαστηριακής ύλης που θα πρέπει τα τελευταία να διεκπεραιώνουν". Αυτό όμως, συνεχίζουν οι δικηγόροι, "έρχεται σε αντίθεση με την κοινή διαπίστωση ότι τα Ειρηνοδικεία είναι οι πλέον υποστελεχωμένες δικαστηριακές μονάδες, με τεράστιες ελλείψεις στις υποδομές και ειδικότερα στις αίθουσες και στη μηχανοργάνωση".

Ως προς τη ριζική τροποποίηση του καθεστώτος έκδοσης προσωρινής διαταγής, ο Σύλλογος τονίζει ότι, ουσιαστικά, δυσχεραίνεται αδικαιολόγητα η σχετική διαδικασία και τίθενται τα συμφέροντα των διαδίκων σε "κίνδυνο", καθώς εισάγονται, πλέον, "οι προϋποθέσεις του κινδύνου βλάβης των δικαιωμάτων του αιτούντος, της επίδοσης της αίτησης προ 24 ωρών, της εξαιρετικά σύντομης προθεσμίας έναρξης της εκτέλεσης". Ορθότερη, κατά τους δικηγόρους, θα ήταν η διατήρηση του μέχρι σήμερα ισχύοντος καθεστώτος.

"Ναι μεν αλλά" είναι, σύμφωνα με το ΔΣΑ, η ρύθμιση που προβλέπει την "υποχρέωση εγγραφής στα βιβλία διεκδικήσεων και των αγωγών οι οποίες έχουν ως αντικείμενο τη διάρρηξη ως καταδολιευτική δικαιοπραξία".

Οι δικηγόροι χαρακτηρίζουν μεν ορθή την επίμαχη ρύθμιση, όμως, προσθέτουν ότι "υπάρχουν και άλλες αγωγές (π.χ. η αγωγή για ανάκληση της δωρεάς, ακόμη κι αν στην αγωγή σωρεύεται εκτός από την καταδίκη του εναγομένου σε δήλωση βουλήσεως και συμβατική αξίωση για την παράδοση του ακινήτου, στο οποίο αναφέρεται η οφειλόμενη δήλωση), των οποίων η μη υποχρέωση της εγγραφής στο υποθηκοφυλακείο ενέχει κίνδυνο για τις συναλλαγές".

Ορθή κρίνει ο Σύλλογος την κατάργηση της υποχρεωτικής απόπειρας εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς για υποθέσεις αρμοδιότητας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που επιδέχονται συμβιβασμού, καθώς και τη ρητή πρόβλεψη ότι οι διάδικοι μπορούν να συμβιβάζονται από την έναρξη της εκκρεμοδικίας μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, και χωρίς να υφίσταται στάση της δίκης.

Τέλος, ο ΔΣΑ αναφέρει ότι με το νέο νομοθέτημα "δεν αντιμετωπίζεται το εξαιρετικά σημαντικό πρόβλημα της καθυστέρησης στην έκδοση των αποφάσεων μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς, ακόμα και η οκτάμηνη προθεσμία που προβλέπεται για την έκδοση απόφασης αποτελεί "κενό γράμμα", στο μέτρο που δεν συνδέεται με ουσιαστικές συνέπειες για τον παραβάτη δικαστή, ούτε προβλέπεται ουσιαστικός τρόπος ελέγχου από τα θεσμοθετημένα όργανα επιθεώρησης".