Μεγάλες διαστάσεις φαίνεται πως λαμβάνει η μόλυνση του ευρύτερου θαλάσσιου μετώπου της Αττικής από το μαζούτ που βγήκε από το δεξαμενόπλοιο που βυθίστηκε τα ξημερώματα της Δευτέρας στα ανατολικά της Σαλαμίνας, αφού σήμερα μετά από την Πειραϊκή, εντοπίστηκε πετρελαιοκηλίδα 400 τ.μ. και στις ακτές του Αγίου Κοσμά, στην Γλυφάδα, στο Ελληνικό, αλλά και στο Καλαμάκι. 

Στην περιοχή επιχειρεί αντιρρυπαντικό σκάφος και σκάφος του Λιμενικού, ενώ παράλληλα, συνεχίζονται οι προσπάθειες των σκαφών αντιρρύπανσης για την αντιμετώπιση κομματιών πετρελαιοκηλίδας που δημιουργήθηκαν στα Σελήνια και την Κυνόσουρα στη Σαλαμίνα, αλλά νωρίτερα και σε Φρεαττύδα και Πειραϊκή.

Επί ποδός βρίσκονται και οι δήμαρχοι των περιοχών που βλέπουν τις ακτές των Δήμων τους να γεμίζουν μαζούτ σε όλο το μήκος. 

Είναι χαρακτηριστική η ανάρτηση στο Facebook του Δημάρχου Γλυφάδας Γιώργου Παπανικολάου:

Μάλιστα σήμερα με επιστολή του, ο Βουλευτής Χίου και αντιπρόεδρος της Επιτροπής, Νότης Μηταράκης ζήτησε την έκτακτη σύγκλιση της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Προστασίας Περιβάλλοντος για το θέμα.

«Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής μας και προκειμένου να εκτιμήσουμε το μέγεθος της καταστροφής, τυχόν ευθύνες αλλά και τις ενέργειες που πρέπει να γίνουν σε βραχύ και μακρύτερο ορίζοντα, σας καλώ να συγκαλέσετε άμεσα σε έκτακτη συνεδρίαση την Επιτροπής Προστασίας Περιβάλλοντος, με πρόσκληση σε αυτή των συναρμόδιων Υπουργείων, την Περιφέρεια, τους όμορους Δήμους που έχουν πληγεί, περιβαλλοντικές οργανώσεις και επιστήμονες με εξειδικευμένες γνώσεις πάνω στο θέμα», αναφέρει στην επιστολή του ο κ. Μηταράκης.

Έκτακτη σύσκεψη στο Υπουργείο Ναυτιλίας

Την ίδια στιγμή, στο υπουργείο Ναυτιλίας πραγματοποιήθηκε σήμερα έκτακτη σύσκεψη για την αντιμετώπιση της ρύπανσης και εντός της ημέρας αναμένεται να αρχίσουν οι εργασίες απάντλησης καυσίμων από το βυθισμένο πλοίο, καθώς στις δεξαμενές του βρίσκονται 2.570 τόνοι καύσιμα.

Εν τω μεταξύ ο εκπρόσωπος της ΝΔ Βασίλης Κικίλιας εξαπέλυσε πυρά στην κυβέρνηση κατηγορώντας την ότι παραμένει θεατής στο οικολογικό έγκλημα που συντελείται στον Σαρωνικό» και παριστάνει ότι έχει περιβαλλοντικές ευαισθησίες».

Παράλληλα, με μελανά χρώματα περιγράφει στο newpost.gr την κατάσταση ο ερευνητής κ. Θ. Τσιμπίδης, Διευθυντής του Ινστιτούτου Θαλάσσιας Προστασίας ''Αρχιπέλαγος'', τονίζοντας ότι επίκειται κίνδυνος μόλυνσης μεγάλου μέρους του Αργοσαρωνικού, αν δεν λάβουν χώρα ταχύτατες ενέργειες βαθέος καθαρισμού. 

''Στην ουσία αυτό που έγινε είναι ένα καμπανάκι κινδύνου για όσα μπορούν να γίνουν στις ελληνικές θάλασσες, όπου κυκλοφορούν καθημερινά 80 πλοία, γιαυτό είναι πολύ σημαντική η έννοια του traffic control'' εκτιμά ο κ. Τσιμπίδης.

''Στην προκειμένη περίπτωση, φαινομενικά η βλάβη δεν είναι τόσο σοβαρή, ωστόσο, αν δεν δράσουν σύντομα οι αρχές, αλλάξει ο καιρός και αρχίσουν να πνέουν δυνατοί άνεμοι, η κηλίδα μπορεί να μεταφερθεί στον Σαρωνικό. Αυτό που σώζει την κατάσταση είναι ότι ακόμα υπάρχει ζέστη και άπνοια'' συμπληρώνει. 

Την ίδια στιγμή, ο κ. Τσιμπίδης μιλά για πρόσθετη καταστροφή σε περίπτωση που για τον καθαρισμό της περιοχής χρησιμοποιηθούν χημικά: ''Προς το παρόν θεωρώ ότι με ήπια μέσα, νερό και υφάσματα, μπορεί να αντιμετωπιστεί η κατάσταση. Αν αργοπορήσουν, ωστόσο, περαιτέρω θα χρειαστούν χημικά, τα οποία θα επιβαρύνουν ακόμα περισσότερο το σημείο'', ενώ προειδοποιεί ότι αν δεν γίνουν εις βάθος ενέργειες και για τον καθαρισμό του βυθού, η περιοχή θα αποκαθαριστεί πλήρως μετά από 20 χρόνια....

Η ανακοίνωση της πλοιοκτήτριας εταιρείας

«Δηλώνουμε την αμέριστη συμπαράστασή μας στους κατοίκους, τους επιχειρηματίες της περιοχής και τις τοπικές αρχές. Από την πλευρά μας, αμέσως μετά την βύθιση του πλοίου, που είναι τεράστιο πλήγμα για εμάς, το προσωπικό και τις οικογένειές μας, δόθηκαν εντολές στην ιδιωτική εταιρεία που ανέλαβε το έργο της απορρύπανσης, να πράξει ό,τι είναι ανθρωπίνως και τεχνικώς δυνατό, ώστε να καθαριστεί πλήρως η πληγείσα περιοχή. Έχουμε τις διαβεβαιώσεις ότι αυτό θα γίνει», εκφράζεται στην σημερινή ανακοίνωση της πλοιοκτήτριας εταιρείας του ''Αγία Ζώνη ΙΙ''. 

Η εταιρεία αναφέρει επίσης ότι η διαρροή καυσίμων από το πλοίο έχει σταματήσει και συνεχίζονται οι προσπάθειες άντλησης του φορτίου, που θα μεταφορτωθεί σε άλλο πλοίο το οποίο ναύλωσε η εταιρεία για το σκοπό αυτό, ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν υπάρχει καμία πιθανότητα μελλοντικής διαρροής.

«Σε κάθε περίπτωση είμαστε και θα παραμείνουμε σε διαρκή επαφή με όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες προκειμένου να αποκατασταθεί πλήρως το περιβάλλον» σημειώνει, ενώ σχετικά με τα αίτια του ναυαγίου ενημερώνει ότι «οι αυτοψίες των δυτών και οι πραγματογνωμοσύνες από τις αρμόδιες αρχές και οργανισμούς είναι σε εξέλιξη και όταν ολοκληρωθούν», θα είναι σε θέση να γνωρίζει.

Επισημαίνει ότι το πλοίο ήταν αξιόπλοο, τα πιστοποιητικά του ήταν σε ισχύ και είχε υποβληθεί σε όλους τους ελέγχους, όπως η κείμενη νομοθεσία απαιτεί.
«Η “υποψία” που εκφράζεται από οιονδήποτε σχετικά με υποτιθέμενη μη καταλληλότητα του πλοίου να εκτελεί το έργο για το οποίο προοριζόταν είναι ψευδής, συκοφαντική και η εταιρεία επιφυλάσσεται των δικαιωμάτων της» καταλήγει η πλοιοκτήτρια εταιρεία.