Τι κατόρθωσε να αποσπάσει η Ελλάδα κατά τη διάρκεια της συνάντησης του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ;

Ως αυτή τη στιγμή, η δημόσια συζήτηση έχει περιοριστεί στην αναβάθμιση μέρους του στόλου των F-16, δίχως κάποια αναφορά αφενός στη νατοϊκή βάση της Σούδας και στη χρήση της από τους Αμερικανούς, και αφετέρου στις γενικότερες διασφαλίσεις που ζητεί η Αθήνα από τις ΗΠΑ, σε μια περίοδο κατά την οποία η κρίση ασφαλείας στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου (Τουρκία, Μέση Ανατολή, Βόρεια Αφρική), δημιουργεί συνθήκες για ποιοτική ενίσχυση της Ελλάδας στην περιοχή σε επίπεδο στρατηγικό.

«Πάροχος ασφαλείας»

Σύμφωνα με την «Καθημερινή», σε γενικές γραμμές η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει την Ελλάδα ως «πάροχο ασφαλείας» στην περιοχή και μάλιστα σε μια περίοδο κατά την οποία η αστάθεια της Τουρκίας δημιουργεί την ανάγκη αντιστηριγμάτων, καθώς άπαντες αντιλαμβάνονται ότι η Μέση Ανατολή βρίσκεται στα πρόθυρα μιας νέας περιόδου συγκρούσεων με αφορμή, αυτή τη φορά, τη διαφαινόμενη αλλαγή της δομής ή και των συνόρων στη Συρία και στο Ιράκ.

Κυβερνητικοί παράγοντες τονίζουν ότι κατ’ αρχάς επετεύχθη η αναγνώριση της ανάγκης να διατηρηθεί η υφιστάμενη ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο. Τι ακριβώς σημαίνει αυτό και πώς μεταφράζεται έχει πολλαπλές πηγές. Στον τομέα της αεροναυτικής ισορροπίας, η Αθήνα έκλεισε μια συμφωνία η οποία εκκρεμεί για περίπου οκτώ χρόνια, αυτή της αναβάθμισης μέρους μαχητικών από τον στόλο των F-16. Όπως φαίνεται και από την ανακοίνωση της Υπηρεσίας Συνεργασίας Ασφαλείας του υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ, αλλά και από τις τελευταίες διευκρινίσεις στις οποίες προέβη το ΓΕΕΘΑ (έπειτα από στενή διαβούλευση με το ΓΕΑ), η Ελλάδα θα καταβάλει μέχρι και 1,1 δισ. δολ. για την αναβάθμιση μέρους του στόλου των F-16. H Πολεμική Αεροπορία έχει θέσει ως προτεραιότητα την αναβάθμιση των F-16 Block 50, Block 52+ και Block 52+ Advanced, κάτι το οποίο σημαίνει ότι ο αριθμός θα κυμαίνεται μεταξύ 55 έως 85 και η διαδικασία θα είναι τμηματική και σε βάθος χρόνου. Η αμερικανική ανακοίνωση περί 123 αεροσκαφών με κόστος έως και 2,4 δισ. δολ. αποσκοπεί καθαρά σε πρακτικούς λόγους, ώστε σε περίπτωση που η ελληνική πλευρά αποφασίσει να εκσυγχρονίσει και τα υπόλοιπα περίπου 40 αεροσκάφη, να μη χρειάζεται ξανά η χρονοβόρος διαδικασία ανταλλαγής επιστολών και έγκρισης από το Κογκρέσο.

Στις επαφές που είχε ο Αλέξης Τσίπρας με τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Μάικ Πενς, αλλά και σε εκείνες του υπουργού Εξωτερικών Ν. Κοτζιά με τον Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας Χ. Ρ. Μακμάστερ, φαίνεται ότι διαπιστώθηκε σύμπνοια απόψεων και στο ζήτημα της αναβάθμισης όχι μόνο της ναυτικής βάσης της Σούδας, αλλά και της παράλληλης ενίσχυσης των υποδομών του Πολεμικού Ναυτικού στην Κρήτη, κάτι που αφορά, βεβαίως, τον Ναύσταθμο Κρήτης. Το Π.Ν. ήδη αναπτύσσει τον ναύσταθμό του στη Σούδα με την ενεργό συμπαράσταση των ΗΠΑ, ωστόσο φαίνεται ότι οι συζητήσεις στην Ουάσιγκτον περιελάμβαναν ακόμη πιο προωθημένες παρεμβάσεις στις εγκαταστάσεις του Π.Ν. στην Κρήτη.

Οι συζητήσεις Τσίπρα - Τραμπ στην Ουάσιγκτον και οι συμφωνίες για τα εξοπλιστικά σημειώθηκαν, κατά διαβολική σύμπτωση, δύο ημέρες προτού οι ηγέτες των «27» της Ε.Ε. θίξουν στις Βρυξέλλες το φλέγον –για την ασφάλεια της Ευρώπης– ζήτημα της άμυνας. Στην Κομισιόν αλλά και στα παλαιότερα κράτη-μέλη αντιλαμβάνονται ότι η πολυδιάσπαση και η πολυτυπία εξοπλισμών, λειτουργεί και ως οικονομική αιμορραγία για την Ε.Ε.

«Aμυντικός ESM»

Αρχικός στόχος είναι να υπάρξει ανάπτυξη σε δύο πεδία: Πρώτον, στον τομέα των drones, που υψηλόβαθμος αξιωματούχος της Επιτροπής περιέγραφε ως ιδανικό πεδίο εφαρμογής ενός τέτοιου συστήματος το Αιγαίο Πέλαγος. Ιδανικά τα ευρωπαϊκά drones θα επιτηρούν τα θαλάσσια σύνορα Ελλάδας και Τουρκίας (που είναι και εξωτερικά σύνορα της Ε.Ε.), ώστε να δίνουν πραγματική εικόνα για τις προσφυγικές ροές αλλά και παράνομες δραστηριότητες. Ακόμη πιο προωθημένο είναι το σενάριο ενός «αμυντικού ESM», ο οποίος θα ενεργοποιείται δανείζοντας πάνω από δύο ή τρία κράτη-μέλη που επιθυμούν να προμηθευτούν ένα συγκεκριμένο οπλικό σύστημα. Προς το παρόν, πρόκειται για απλά σενάρια, ενώ σε επιχειρησιακό επίπεδο εκκρεμεί και η ενεργοποίηση Μόνιμης Διαρθρωμένης Συνεργασίας (PESCO), που προβλέπεται από τη Συνθήκη της Λισαβώνας αλλά παραμένει αδρανής.