Έναν μήνα μετά την απελευθέρωσή του ο επιχειρηματίας Μιχάλης Λεμπιδάκης εξομολογείται άγνωστες λεπτομέρειες από την κόλαση που βίωσε στα χέρια των απαγωγέων του. 

Δίχως ίχνος οργής και θυμού στα λόγια του και με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία μοιράζεται ακόμα και μερικές από τις πιο σκοτεινές σκέψεις που έκανε ζώντας κλειδωμένος σε ένα δωμάτιο επί έξι ολόκληρους μήνες με την αγωνία αν θα κατάφερνε να επιβιώσει. 

«Είμαι καλά. Δεν κάνω σκέψεις, δεν έχω εφιάλτες. Για μένα έχει ξεχαστεί πλήρως η περίοδος αυτή. Συνεχίζουμε τη ζωή μας», λέει ψύχραιμα στο «Πρώτο Θέμα» ο επιχειρηματίας.

«Θέλουμε να συνεχίσουμε να ζούμε όπως ζούσαμε και πριν. Από εκεί και πέρα, ό,τι πω δεν ξέρω πως θα εκληφθεί από σας και τους αναγνώστες σας, αλλά εγώ θα προτιμούσα να ξαναπεράσω στην αφάνεια», απαντά και προσθέτει: «Θέλω να συνεχίσουμε να ζούμε όπως ζούσαμε και πριν. Από κει και πέρα, ό,τι πω δεν ξέρω πως θα εκληφθεί από σας και τους αναγνώστες σας, αλλά εγώ θα προτιμούσα να ξαναπέρασω στην αφάνεια. Θέλω να ξαναγυρίσουμε στη ζωή μας, όπως ήμασταν πριν, που ποτέ δεν είχαμε απασχολήσει ως άνθρωποι τα μέσα ενημέρωσης και πολλοί λίγοι μας γνώριζαν. Αυτή είναι η μεγαλύτερη επιθυμία μου», σημειώνει.

Στη συνέντευξή του,  ο Μιχάλης Λεμπιδάκης μεταξύ άλλων αναφέρει: «Η γνώμη η δική μου, και έτσι αντιμετώπισα εξαρχής την όλη κατάσταση, είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που έχουν υποφέρει (...) περισσότερο από όσο εμείς αυτό το διάστημα. Αρκεί να κοιτάξει κανείς να περάσει μια βόλτα από ένα νοσοκομείο και να δει ανθρώπους που πραγματικά υποφέρουν και όχι για έξι μήνες, αλλά για πολύ περισσότερο χρονικό διάστημα και μάλιστα χωρίς ελπίδα. Πολύ περισσότερο να πάμε στα στρατόπεδα των προσφύγων που τα βλέπουμε στις ειδήσεις, σε χώρες σε εμπόλεμη κατάσταση, με καταστροφές. Επομένως, δεν ξέρω γιατί δίνεται τόσο πολλή προσοχή στη δική μας περίπτωση. Υποφέραμε έξι μήνες, όμως άλλοι άνθρωποι υποφέρουν πολύ περισσότερο. Εκατομμύρια άνθρωποι υποφέρουν πολύ περισσότερο απ' ό,τι υποφέραμε εμείς. Αν το καλοσκεφτείτε, αυτή είναι η πραγματικότητα. Αν μπει κανείς σε έναν θάλαμο με ανθρώπους που έχουν μια σοβαρή ασθένεια, εκεί βρίσκει τον πόνο».