Οι επιπτώσεις από το ναυάγιο του κρουαζιερόπλοιου Sea Diamond στο θαλάσσιο οικοσύστημα της Σαντορίνης είναι -σε γενικές γραμμές- αμελητέες, τονίζεται στα συμπεράσματα της έκθεσης του Ελληνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ), που πραγματοποίησε για τέταρτη χρονιά μετρήσεις, από το Νοέμβριο του 2010 έως το Μάιο του 2011, στον όρμο Αθηνιός στη θαλάσσια περιοχή της Καλντέρας. Στην έκθεση αναφέρεται ότι τα αποτελέσματα των αναλύσεων για τα ψάρια που αλιεύτηκαν κοντά στο ναυάγιο, έδειξαν ότι είναι ασφαλή για κατανάλωση και ότι η περιεκτικότητά τους σε μέταλλα είναι συγκρίσιμη σε περιεκτικότητα, με ψάρια από άλλες περιοχές της Ελλάδας.

Επίσης, σε σχέση με τη μονάδα αφαλάτωσης που λειτουργεί στην Οία για την παραγωγή πόσιμου νερού, οι μετρήσεις έδειξαν ότι η ποιότητα του θαλασσινού νερού είναι εξαιρετική και τονίζεται ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας.

Επισημαίνεται ότι οι συγκεντρώσεις των βαρέων μετάλλων βρέθηκαν σε όλους τους σταθμούς και βάθη ιδιαίτερα χαμηλές, παρόμοιες με αυτές που ανιχνεύονται στην ανοιχτή θάλασσα.

Στην έκθεση υπογραμμίζεται ότι τυχόν αποδέσμευση προς το θαλασσινό νερό ιχνοστοιχείων και μετάλλων που προέρχονται από το σκελετό και τις διάφορες συσκευές του ναυαγισμένου πλοίου γίνεται με βραδείς ρυθμούς και για αυτό το λόγο οι μετρήσεις θα πρέπει να συνεχιστούν.

Σημειώνεται ότι από τη βύθιση του Sea Diamond διέρρευσαν στο θαλάσσιο χώρο περίπου 450 τόνοι καυσίμων, τα οποία άντλησε ιδιωτική εταιρεία με κόστος για την πλοιοκτήτρια εταιρεία 6 εκατομμύρια δολάρια.

Στην περιοχή του ναυαγίου έχει τοποθετηθεί πλωτό φράγμα, το οποίο παρακολουθείται καθημερινά από ειδικό αντιρρυπαντικό σκάφος και εξειδικευμένο προσωπικό και με έξοδα της πλοιοκτήτριας εταιρείας.

Επίσης, το πρώην υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας, σύμφωνα με το προεδρικό διάταγμα 11/2002, έχει αναθέσει στο ΕΛΚΕΘΕ τις μετρήσεις στην περιοχή, ενώ το κόστος των σχετικών δαπανών επιβαρύνουν τον πλοιοκτήτη.

Σύμφωνα με τα στελέχη της πλοιοκτήτριας εταιρείας, η βύθιση του πλοίου προκλήθηκε λόγω της λανθασμένης χαρτογράφησης της περιοχής από την υδρογραφική υπηρεσία. Συγκεκριμένα ο ύφαλος, στον οποίο σχίστηκε το κρουαζιερόπλοιο κάτω από την ίσαλο γραμμή, βρίσκεται 131 μέτρα από την ακτή και όχι 57 όπως εμφανιζόταν στον χάρτη, ενώ το βάθος της θάλασσας παρουσιαζόταν ότι είναι από 18 έως 22 μέτρα και όχι 5 μέτρα όπως είναι στην πραγματικότητα.

Επίσης πραγματογνώμονες που διερεύνησαν την υπόθεση κατόπιν εντολής της εισαγγελίας επιβεβαίωσαν ότι το μοναδικό αίτιο του ατυχήματος ήταν ο λανθασμένος χάρτης.

Πρόσφατα ο πλοίαρχος του πλοίου αθωώθηκε από το πειθαρχικό συμβούλιο της Επιθεώρησης Εμπορικών Πλοίων, ενώ ως προς το ζήτημα του σημείου της πρόσκρουσης έγινε δεκτό ότι αιτία του ατυχήματος ήταν η εσφαλμένη χαρτογράφηση της περιοχής.

Η υπόθεση εκκρεμεί δικαστικώς και αναμένεται η εκδίκασή της.