Η επιστήμη θα μπορεί ενδεχομένως σύντομα να προβλέψει με μεγαλύτερη ακρίβεια πόσον καιρό θα παραμείνει γόνιμη μια γυναίκα.
Έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε υγιείς γυναίκες στο Πανεπιστήμιο St. Andrews, από ερευνητές του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου και της Γλασκόβης, αποκάλυψε το φυσιολογικό εύρος των επιπέδων μιας ορμόνης που θεωρείται ζωτικής σημασίας για τη γονιμότητα μιας γυναίκας.

Τα ευρήματα είναι πιθανό να βοηθήσουν νεότερες γυναίκες να διαπιστώσουν αν αναμένεται να έχουν εμμηνόπαυση νωρίτερα ή αργότερα και επομένως πόσον καιρό θα είναι γόνιμες.

Η έρευνα έδειξε το φυσιολογικό εύρος των επιπέδων της αντιμυλλέριας ορμόνης (AMH), σε σχέση με την ηλικία. Η συγκεκριμένη ορμόνη αντικατοπτρίζει τη δραστηριότητα των ωοθηκών στη ζωή μιας γυναίκας και δίνει έναν υπολογισμό για τα εναπομείναντα ωάρια.

Η εξέταση ερεύνησε 3.200 δείγματα από υγιή κορίτσια και γυναίκες για να διαπιστώσει τα μέσα επίπεδα της αντιμυλλέριας ορμόνης. Τα ευρήματα θα επιτρέπουν τώρα στους ειδικούς στην υπογονιμότητα να συγκρίνουν τα επίπεδα μιας γυναίκας με τον μέσο όρο για την ηλικία της.

Ο Tom Kelsey, του School of Computer Science, στο St. Andrews, δήλωσε ότι γνώριζαν πως τα υψηλά επίπεδα AMH ήταν ευνοϊκά για τη σύλληψη αλλά δεν μπορούσαν να το δικαιολογήσουν στατιστικά. Η νέα έρευνα αποκαλύπτει τώρα το επίπεδο που θα πρέπει να έχει μια υγιής γυναίκα.

Είναι ήδη γνωστό ότι όταν τα επίπεδα της ορμόνης υποχωρήσουν κάτω από ένα συγκεκριμένο επίπεδο, η τεχνική υποβοηθούμενης αναπαραγωγής είναι λιγότερο επιτυχημένη. Με την κατανόηση του ορίου, τα νέα ευρήματα θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην απόκτηση περισσότερο ακριβούς πρόβλεψης σχετικά με την επιτυχία μιας προσπάθειας υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Η αξιολόγηση της AMH ήδη χρησιμοποιείται ευρέως στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, δήλωσε ο Richard Anderson, του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου. Η πρόβλεψη του διαστήματος που μια γυναίκα θα παραμείνει γόνιμη είναι πολύ σημαντική και φαίνεται ότι η AMH μπορεί να βοηθήσει, πρόσθεσε. Τα στοιχεία δείχνουν πώς η AMH αλλάζει με την ηλικία στις φυσιολογικές γυναίκες.

Εκτιμάται ότι τα αποτελέσματα της έρευνας θα βοηθήσουν στην ανάπτυξη εξετάσεων που θα προβλέπουν τη δυνητική αναπαραγωγική ζωή μιας γυναίκας.












πηγή: iatronet.gr