Μνήμες των εφιαλτικών στιγμών που έζησαν οι εγκλωβισμένοι στην πύρινη λαίλαπα στο Μάτι -που στοίχισε τη ζωή σε 99 συνανθρώπους μας- ξύπνησαν οι συγλονιστικές μαρτυρίες που έφερε στο φως της δημοσιότητας ο Ελεύθερος Τύπος, όπως αυτές προκύπτουν μέσα από τις καταθέσεις των μαρτύρων. Εικόνες και καταστάσεις που δυσκολεύεται να συλλάβει ο ανθρώπινος νους και να αντέξει η ψυχή. 

«Να πεις στα παιδιά μου ότι τα αγαπώ» είπε πριν καταλήξει

 Πέντε ώρες κολυμπούσαν για να σωθούν, η Αθηνά Μουτάφη που τελικά έχασε το γιο της και μια φίλη της, που την έχασε και αυτή, «Μετά από δύο ώρες (σ.σ. στη θάλασσα), η φίλη μου μου είπε "…να πεις στα παιδιά μου ότι τα αγαπώ" και αφού με απομάκρυνε κατέληξε. Οι συνθήκες στη θάλασσα καθ’ όλη τη διάρκεια ήταν δυσμενείς με έντονο κυματισμό και ρεύματα.  Μετά από περίπου μία ώρα από το θάνατο της φίλης μου, ο γιος μου άρχισε να παραπονιέται για έντονη δυσφορία, κράμπες και ότι δεν έβλεπε, ενώ κάποιες στιγμές μου έλεγε "δεν θα αντέξω μαμά", ενώ λίγο αργότερα κατέληξε στα χέρια μου» περιέγραψε. Η μάρτυρας υποστηρίζει: «Περίπου στις 18:15 που φύγαμε από το σπίτι, η φίλη μου επικοινώνησε με το Δήμο Ραφήνας όπου κάποιος που σήκωσε το τηλέφωνο, πιθανόν υπάλληλος, της είπε: "δεν γνωρίζουμε κάτι, εμείς μαζεύουμε και εγκαταλείπουμε"»

Ο πυροσβέστης που έχασε γυναίκα και παιδί

Ο Ανδρέας Δημητρίου επιχειρούσε στη φωτιά, όταν ένας συνάδελφός του τον ειδοποιεί ότι η φωτιά κατευθύνεται προς το Μάτι. Αμέσως ειδοποίησε τη γυναίκα του να πάρει το μωρό και να φύγει από το σπίτι. «…Βρήκα την σύζυγο μου να είναι εγκαυματίας καθισμένη στην παραλία και τον υιό μου τον οποίο είχαν στα χέρια τους δύο άτομα και προσπαθούσαν να του παράσχουν τις πρώτες βοήθειες. Πήρα την γυναίκα μου αγκαλιά και προσπάθησα να την μεταφέρω στο αυτοκίνητό μου και μαζί μας ήρθαν και τα δύο άτομα με τον υιό μου. Μόλις έφτασα στον δρόμο είδα ένα εθελοντικό πυροσβεστικό όχημα και τους είπα να μεταφέρουν τον υιό μου στο νοσοκομείο Παίδων. Την γυναίκα μου την παρέλαβε διερχόμενο ασθενοφόρο. Εγώ ακολούθησα τον υιό μου στο νοσοκομείο και με ενημέρωσαν οι γιατροί ότι είχε αποβιώσει. Η σύζυγος μου νοσηλεύτηκε στην ΜΕΘ στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός για 12 περίπου μέρες και έπειτα απεβίωσε».

«Είδα την μητέρα μου να καίγεται μπροστά στα μάτια μου - Ήμουν σε παράκρουση»

«3-5 το πολύ μέτρα πριν φτάσουμε στις σκάλες που μας οδηγούσαν στην ασφάλεια της παραλίας, η μητέρα μου σκόνταψε σε μια ρίζα σε ένα πολύ στενό σημείο...», καταθέτει η Αγγελική Κωνσταντάκη και θυμάται: «Την ώρα που προσπαθούσα να σηκώσω τη μητέρα μου το σχίνο και το πεύκο λαμπάδιασαν σε κλάσματα του δευτερολέπτου και η φλόγα χτύπησε τη μητέρα μου που ήταν κάτω στην αριστερή της πλευρά. Με τον σύζυγό μου προσπαθήσαμε και τη σύραμε τη μητέρα μας για 1-2 μέτρα για να την απομακρύνουμε αλλά εκείνη μάλλον είχε χάσει τις αισθήσεις της και δεν ανταποκρινόταν καθόλου. Επειδή η φωτιά είχε ήδη αρχίσει να καίει και εμένα και τον σύζυγό μου, αυτός με τράβηξε για να απομακρυνθούμε, γιατί υπήρχε πλέον θανάσιμος κίνδυνος και για εμάς(…) Εγώ από το γεγονός ότι μόλις είχα δει μπροστά στα μάτια μου να καίγεται η μητέρα μου και αγνοώντας που βρίσκονται τα παιδιά μου ήμουν σε παράκρουση και δεν μπορούσα να επικοινωνήσω με το περιβάλλον».

«Βγείτε έξω γιατί θα καούμε ζωντανοί»

«Λίγα μέτρα πριν βγουν στην Ποσειδώνος μποτιλιαρίστηκαν από τα αυτοκίνητα και η φωτιά τους είχε πλέον πλησιάσει τόσο πολύ που είχε αρχίσει πλέον να καίει τα πάντα. Εκεί η αδερφή μου φώναξε "βγείτε έξω γιατί θα καούμε ζωντανοί"», περιγράφει η Ελένη Πεταλά, που έχασε και τους δύο γονείς της. «Εκεί με το που βγήκε η αδελφή μου από το αμάξι σκόνταψε και έπεσε κάτω χάνοντας τα γυαλιά της την ώρα που έπεσε και στην προσπάθεια να τα βρει καίγονταν τα χέρια της. Σηκώθηκε γιατί άρπαξαν φωτιά τα χέρια της και εκεί πριν πέσει μαύρος καπνός που δεν μπορεί κανείς να ακούσει ούτε να δει τίποτα, είδε τη μητέρα μου που είχε αρπάξει φωτιά στο πρόσωπο και στο σώμα της αρκετά. Δεν μπόρεσε να δει που είναι ο πατέρας μου και αφού βγήκε καπνός και πύρινες γλώσσες που έζωναν στο σημείο άρπαξε φωτιά η πλάτη της. . (…) ακολουθώντας έναν κύριο σε ένα μονοπάτι προς την παραλία. Δεν υπήρχε κανένας αρμόδιος από οποιαδήποτε Υπηρεσία έκτακτης ανάγκης να κατευθύνει η να δώσει εντολές. Ύστερα η αδερφή μου ακολουθώντας τον εν λόγω κύριο έφτασε στη θάλασσα όπου εκεί έσβησε η φωτιά πάνω στο σώμα της.